μια επιτύμβια επιγραφή

Ιάκωβος Μαλακατές εποίει έγραφε η επιγραφή στην βάση του οβελίσκου, πάνω απ’ το περίκλειστο ομοίωμα οικίσκου στο μνήμα με το σμιλεμένο αγγελούδι. Τυχαία είχα περάσει μέσα από το παλιό κοιμητήριο της Πάτρας στην Αγιαλεξιώτισσα, που κάποτε φιλοξένησε και το άψυχο κορμί του πατέρα μου, χωρίς κανέναν λόγο και πρόθεση. Κι όμως -επιτέλους μετά από τόσα χρόνια- εξίσου τυχαία, τα μάτια μου στάθηκαν στην παγωμένη λευκή (ενίοτε ‘κιαροσκούρα’) ομορφιά των ανάγλυφων επιτυμβίων από τα τέλη του 19ου αιώνα.

Μήνες αργότερα αποφάσισα να μάθω για τον γλύπτη του συγκεκριμένου τάφου. Από τους πλέον γνωστούς Τηνιακούς μαρμαρογλύπτες, ο Ιάκωβος (ή Γιακουμής) Μαλακατές από τα Υστέρνια της Τήνου, έστησε μαζί με τον αδελφό του Φραγκίσκο το ερμογλυφείο του (έτσι αρχαιοπρεπώς παρακαλώ· η σχέση τους με την αρχαιότητα διατρανώνεται ευκρινώς ήδη από την ονομασία), που ήταν και το πρώτο στη νεοσύστατη πρωτεύουσα το 1835, στην γωνία Σταδίου και Κοραή. Γεννημένος κατά το 1808 (κατ’ άλλους το 1811), εκπλήρωσε μαζί με τον αδελφό του πλήθος έργων και όχι μόνο ταφικών, καθώς οι Βαυαροί αρχιτέκτονες του ανέθεταν όλα τα μεγάλα καλλωπιστικά έργα που αναλάμβαναν· τιμήθηκε δε και με το παράσημο του Αργυρού Σταυρού του Σωτήρος. Πέθανε το 1903 στο Μόναχο κοντά στον γιο του. Τα ταφικά του μνημεία επιστέφουν τάφους στο Α΄ Κοιμητήριο της πρωτεύουσας, στην Λαμία και στα Ιόνια νησιά (Λευκάδα, Ζάντε, Κεφαλλονιά ― στο Αργοστόλι). Από το μνήμα της φωτογραφίας είναι σαφές ότι η τέχνη του άφησε τα αποτυπώματά της και στην Πάτρα, αν και με την μορφή αυτού του πασίγνωστου ομοιότυπου αντιγράφου του ερωτιδέα υπό την κλαίουσα ιτιά (;). Λέω αντιγράφου γιατί διαπίστωσα ότι είναι πολυχρησιμοποιημένο ανάγλυφο μοτίβο σε κάμποσους από τους τάφους που ‘υπέγραψε’ ο Μαλακατές, ιδίως στα Ιόνια νησιά.
Είναι ενδιαφέρουσα πάντως η αντίθεση μεταξύ της κλαίουσας, γερμένης, γυμνής από φύλλα, ιτιάς και του εύσαρκου βρεφικού ερωτιδέα, που ακουμπά όμως συλλογισμένος πάνω στην άτεγκτη κλεψύδρα του χρόνου.

Απομένει όμως κι ένα ελάχιστο αχνάρι συγκίνησης στην αρχαιοπρεπή επιγραφή του τάφου, όπως συμβαίνει άλλωστε σε παρόμοιες επιτύμβιες επιγραφές. Ο (αγνώστων λοιπών στοιχείων) γιατρός Βασίλειος Ανδρικόπουλος, παρ’ ότι έσωσε από νόσους κόσμο και λαό με την τέχνη του, κυριευμένος ο ίδιος από νόσο τρομερή τράβηξε για τον τάφο, αφήνοντας πίσω του τέκνα και γυναίκα οδυρομένη (γοούσαν) και βαρυπενθή.
“Στη μνεία της ηλικίας” φεύ! το τριάκοντ. οκτώ “δείχνει που νέος εκοιμήθη”,
χάρμα συγγενέων τε φίλων.
Στα τριανταοκτώ του λοιπόν χρόνια έδυσε μες στη μαύρη γης, εγκαταλείποντας την ζωή την ποθητή (βίοτοιο ιμερτού), πολύκλαυστος ο άγνωστος γιατρός, που να δαμάσει δεν εμπόρεσε τη φοβερή αρρώστια, που του κυρίεψε το κορμί.
Άφησε πίσω του όμως και για μας ετούτη την ελάχιστη την μνεία, την αχνή και τρυφερά θρηνητική.

Desmond O’Grady, «Νίκος Γκάτσος»

Μετάφραση-Επίμετρο
ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~ . ~ 

ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ
1914-199
2 *

Φθάνω, πάω στο ξενοδοχείο,
πάντα τηλεφωνώ στο 815069.
Πάντα απαντά η αδελφή σου, που ποτέ
δεν συνάντησα. Συναντιόμαστε εσύ κι εγώ
πάντα στου Φλόκα, στη γωνία, στις δύο μ.μ.

Κομψός και περιποιημένος εσύ, άψογος,
φοράς γραβάτα, πάντα, όση
ζέστη κι αν έχει έξω. Εγώ στην αρχή
έμοιαζα με Ιρλανδό
που τράβαγε ανατολικά, αργότερα,
ύστερα απ’ την Πάρο, τον ήλιο,
τη θάλασσα, τα καράβια, μοιάζω
με Κέλτη που τραβάει δυτικά.

«Αγαπητέ μου Ντέσμοντ», χαιρετάς.
«Πώς είσαι Νίκο;»
Παραγγέλνουμε κρασί, νερό.
«Πήρες το γράμμα μου;» Εγώ. Παύση.

«Το γράμμα σου; Ποιο γράμμα; Δεν πήρα
κανένα γράμμα. Ξέρεις Ντέσμοντ, βέβαια,
τα πράγματα δεν είναι τα ίδια πλέον τώρα.»
Αυτό, τα χρόνια εκείνα της χούντας. Τώρα:
«Ναι. Μα φυσικά, ξέρεις, Ντέσμοντ,
μου είναι δύσκολο να γράφω γράμματα.
Να, ξέρεις, είμαι οκνός πολύ με τέτοια πράγματα.»
Χτυπάς τα δάχτυλά σου νευρικά στο τραπέζι. Κι έπειτα:
«Τι νέα απ’ την Ευρώπη» Κι εγώ:
«Κανένα. Γράφω. Καθημερινά. Εσύ, τί νέα;»
«Κι εγώ κανένα. Ξέρεις, βέβαια,
Ντέσμοντ, εδώ είναι πολύ ήσυχα.
Ίσως κάνα τραγούδι. Ξέρεις,
μου είναι πολύ δύσκολο.
Θα πας στην Πάρο φυσικά.»
«Φυσικά».

«Ίσως, αυτή τη χρονιά, να πάω στην Πάρο.
Φυσικά, ξέρεις, κατάγομαι από την Αρκαδία.
Γενικά πάω εκεί.
Αυτή τη χρονιά όμως, ίσως να ’ρθώ στην Πάρο…»

«Κι ο Έζρα. Πώς είναι ο Έζρα ετούτο τον καιρό;»
(Σαν τον θρύλο με τον καραβοκύρη
και τη γοργόνα:
«Ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος;
Ζει και βασιλεύει.»)
«Ζει ο Έζρα, ζει και γράφει.»
«Όταν θα ξαναδείς τον Έζρα
δώστου πολλές ευχές θερμές απ’ την Ελλάδα».
«Λοιπόν, αντίο, Ντέσμοντ.»
«Γειά σου, Νίκο.»

Φθάνω, πάω στο ξενοδοχείο,
πάντα θα καλώ,
φυσικά,
έως την κλήση την τελευταία.

* Φυσικά και αποδίδεται λανθασμένα η χρονολογία γέννησης του Ν. Γκάτσου. Η ορθή είναι 1911. Σήμερα, 12 Μαΐου 2022, συμπληρώνονται τριάντα χρόνια από τον θάνατό του.

~•~
Ε Π Ι Μ Ε Τ Ρ Ο 

Ο Ντέσμοντ Ο’Γκρέιντυ (1935-2014), Ιρλανδός ποιητής και μεταφραστής, είναι ιδιαίτερα γνωστός για την προσωπική σχέση που ανέπτυξε με τον Έζρα Πάουντ, ήδη από τον καιρό του εγκλεισμού του αμερικανού ποιητή στο νοσοκομείο Saint Elisabeth’s της Ουάσινγκτον, μέσω της στενής αλληλογραφίας τους. Με τον ερχομό του Πάουντ στην Ιταλία, ανέλαβε καθήκοντα γραμματέως του μα και παρέμεινε στενός φίλος και συνομιλητής του μέχρι και τον θάνατό του στη Βενετία το 1972. Σπούδασε Κλασσική Φιλολογία και αραβικά στο Χάρβαρντ και δίδαξε για ένα διάστημα στο Αμερικανικό Πανεπιστήμιο του Καΐρου και στο Πανεπιστήμιο της Αλεξάνδρειας. Δεκαεννιάχρονος νεαρός φεύγει από μια σκοτεινή άκρια της Ευρώπης, τη χώρα του, για να γνωρίσει τον πλατύ, τον μέγα κόσμο. Γράφει ποίηση, γνωρίζει και σχετίζεται με ανθρώπους των γραμμάτων όπως ο Σαρτρ, ο Μπέκετ, ο Μπέρρυμαν κλπ. Έζησε αρχικά στο Παρίσι και τη Ρώμη, όπου ο Φελίνι τον απαθανάτισε κινηματογραφικά σε μια στιγμή της Dolce Vita. Οργάνωσε το Φεστιβάλ Ποίησης του Σπολέτο το 1966· εκτός από τον Πάουντ και τον ίδιο, διάβασαν ποιήματά τους και οι Γκίνσμπεργκ, Μπέρρυμαν και Γιεφτουσένκο. Τόσο στην ποιητική όσο και τη μεταφραστική του πορεία φαίνεται πως ο Πάουντ και οι απόψεις του έπαιξαν καίριο και καθοριστικά διαμορφωτικό ρόλο. Μετέφρασε ποιήματα από διάφορες γλώσσες, όπως τα γαελικά, τα ουαλικά, τα αραβικά, τα κουρδικά και τα ελληνικά. Εκτός των επιλογών του από την αρχαία ελληνική λογοτεχνία, κεντρική θέση στο μεταφραστικό μα και ποιητικό του έργο έχει ο Καβάφης. Ήδη στα ελληνικά έχει παρουσιαστεί μεταφρασμένο, από τον Γ. Π. Σαββίδη, ένα καβαφογενές ποίημά του, «Ο τόπος μου» (Η Λέξη, τχ. 34, Μάϊος 1984), μα και το δοκίμιό του «Ο Καβάφης κι ο κυβισμός», από τον Άγγελο Χατζόπουλο (Γράμματα και τέχνες, τχ. 70, 1994). Και αν η συνομιλία του αυτή με τον Καβάφη εδραιώθηκε και καλλιεργήθηκε με την παραμονή του στην Αίγυπτο και στην Αλεξάνδρεια, υπάρχει και μια άλλη πτυχή της ζωής του, και μάλιστα μακροχρόνια, που μαρτυρεί το δέσιμό του με την Ελλάδα.

Σύμφωνα με την αφήγηση του ίδιου, το 1966 ενώ ταξίδευε για την Πάτμο, καθότι «ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ λόγος», σαν έπιασε το καράβι στην Πάρο, κατέβηκε εκεί και κάθισε σε ένα καφενείο στο λιμάνι. Εκεί λοιπόν συνάντησε την αποκαλυπτική του Πάτμο, και τον «λόγο» που έψαχνε κι εκεί διέμεινε, ένα μόλις χρόνο πριν τη δικτατορία των συνταγματαρχών. Έμεινε αρχικά στη Νάουσα και είχε σπίτι στις Κολυμπήθρες (κυρίως για τα καλοκαίρια) μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’80, οπότε και επέστρεψε οριστικά πλέον στην Ιρλανδία. Καρπός άμεσος μάλιστα της βίαιας πολιτικο-στρατιωτικής μεταβολής στην Ελλάδα ήταν κι η συλλογή του Hellas (1967) και Stations (1976), όπου θρηνεί την άνοδο και γιορτάζει αντίστοιχα την πτώση της χούντας. Η προσωπική, ελληνική του «εμπειρία» βέβαια, που και ουσιώδης υπήρξε και καθοριστική για την ανακάλυψη της δικής του αυτοσυνειδησίας διαθλάται, διαχέεται και αναδύεται σε πληθώρα ποιημάτων του, με ποικίλες χροιές και τόνους, σε διάφορες συλλογές.

Στα τέλη λοιπόν της δεκαετίας του ’60 με την εγκατάστασή του στην Ελλάδα, φαίνεται πως έκανε τη γνωριμία, μεταξύ άλλων, και του Νίκου Γκάτσου, με τον οποίο διατήρησε χρόνια φιλική σχέση. Το ποίημα ανήκει στη συλλογή του The Dark Edge of Europe, που εκδόθηκε το 1967 και πάλι το 1972. Οι εσωτερικές όμως πληροφορίες δεν δείχνουν πιθανή τη συμπερίληψή του στην πρώτη έκδοση, επιπλέον δε μάλλον υποδεικνύουν και μεταγενέστερη –εξακολουθητική– επεξεργασία, μικροαλλαγές ή προσθήκες με το πέρασμα του χρόνου. Επί παραδείγματι, δεν θα μπορούσε να έχει γνωριστεί τόσο καλά με τον Γκάτσο και να έχουν συναντηθεί τόσες φορές, από τη στιγμή που ήρθε στην Πάρο το 1966 μέχρι και την έκδοση της συλλογής το 1967. Ενώ η συγκεκριμένη αναφορά στον Πάουντ δεν μπορεί να είναι μεταγενέστερη του θανάτου του, την 1η Νοεμβρίου του 1972, η φράση «Αυτό, τα χρόνια εκείνα της χούντας. Τώρα», υποδεικνύει ότι –τουλάχιστον– αυτό το κομμάτι έχει συνταχθεί μετά την πτώση της χούντας· καθώς και η προσθήκη της ημερομηνίας του θανάτου του Έλληνα ποιητή (1992), κ.τ.ό. Σε κάθε περίπτωση, (κι επειδή δεν έχω και την άμεση δυνατότητα να ελέγξω τις προγενέστερες εκδόσεις), σημειώνω τη σαφή και ξεκάθαρη επιθυμία του Ο’Γκρέιντυ να παρουσιάσει το ποίημα κατ’ αυτόν τον τρόπο και με αυτήν τη μορφή, στην τελική έκδοση των ποιημάτων του μέχρι το 1996, The Road Taken: Poems 1956-1996 (University of Salzburg Press, 1996), που κρατώ στα χέρια μου. Ας αναφερθεί εδώ ότι ο Ο’Γκρέιντυ έχει γράψει αρκετά ποιήματα που απευθύνονται σε συγκεκριμένα πρόσωπα, συγγενείς του, ομότεχνούς του, ανθρώπους που γνώρισε ή πρόσωπα ιστορικά, π.χ. τον Λόουελ, τον Μπέρρυμαν, τον Πάουντ, τον Κολοσσό του Μαρουσιού Κατσίμπαλη (στην ίδια συλλογή), τον Καβάφη ή την Ουμ Καλθούμ κλπ.

Αν έχουν κάποια ισχύ αυτές τις παρατηρήσεις, από την άλλη, διαπιστώνει κανείς ότι ο αρχικός πυρήνας του ποιήματος σίγουρα συνελήφθη και συνετέθη μεταξύ των ετών 1966/1967 και 1972.

Σε γενικές γραμμές η εικόνα του Γκάτσου που μας παραδίδει ο Ο’Γκρέιντυ με το ποίημά του δεν ξαφνιάζει τον αναγνώστη, αντιθέτως συναρμόζεται προς όσα γνωρίζουμε για τον ποιητή-στιχουργό. Ο Νίκος Γκάτσος ζει με την αδελφή του, έως τον θάνατό της το 1973, συχνάζει στου Φλόκα. Η δε χαρακτηριστική του εμφάνιση με γραβάτα, ασχέτως της ζέστης που μπορεί να επικρατεί, συνάδει με τη σύνολη αστική ευπρέπεια και κομψότητα της ενδυματολογικής του παρουσίας που τον χαρακτηρίζει στους δημόσιους χώρους (προσίδιον και μιας εποχής και μιας γενιάς), όπως αποτυπώνεται σε πάμπολλες φωτογραφίες.

Ο Γκάτσος ομολογεί ότι τότε που τον ρωτά μάλλον γράφει λίγα τραγούδια. Οι ακατάλυτοι δεσμοί του Νίκου Γκάτσου με την πατρική γη είναι ξεκάθαροι στον Ιρλανδό, που νιώθει πως ακόμα και το αχνοφαινόμενο κι αμυδρά εκφραζόμενο ενδεχόμενο ενός ταξιδιού στην Πάρο αποτελεί μάλλον μια ευγενική, συγκαταβατική, ανταπόκριση σε πιθανή (και πιθανώς συχνή κι επίμονη) πρόσκληση του Ο’Γκρέιντυ.

Το ενδιαφέρον για τον Έζρα Πάουντ έχει σίγουρα σχέση με την ηλικία του γερο-Αμερικάνου και τις ταλαιπωρίες του με την υγεία του, και φυσικά την ιδιαίτερη σχέση κι επαφή του Ο’Γκρέιντυ μαζί του. Έτσι όπως τίθεται όμως παρουσιάζει κι ένα επιπλέον ενδιαφέρον, καθώς μαρτυρεί και το ενδιαφέρον του Γκάτσου για την ποίηση του Πάουντ, έτσι τουλάχιστον όπως ξεπροβάλλει από παλιά μέσα από ένα γράμμα του προς τον Ελύτη. Από αφορμή τη συγκατοίκηση Ελύτη-Λορεντζάτου στο Παρίσι, και την πρόσφατη μετάφραση της Κατάης από τον Λορεντζάτο (στα τέλη της δεκαετίας το ’40), γράφει πως «οι μεταφράσεις του από τον Έζρα Πάουντ είναι αρκετά καλές μόνο που τους λείπει κάπως η μαγική χάρη που έχει το πρωτότυπο».

Ο ολιγομίλητος και λιγάκι απρόθυμος για βαθύτερη συζήτηση Γκάτσος, έτσι όπως σκιαγραφείται με τους επαναλαμβανόμενους κοινότοπους αγγλισμούς «you know», «of course», της αμηχανίας, της βαρεμάρας ή της παύσης, νομίζω πως δεν αποτελεί γλωσσική ιδιαιτερότητα του Ιρλανδού ποιητή, αλλά μάλλον αντανακλά ένα εύστοχο και πειστικό πορτραίτο του Γκάτσου, τέτοιο όπως το απόδωσε κι ο Ελύτης: «η κρυπτικότητά του είναι συνάμα παγίδα και άμυνα» (Εν λευκώ), «κάπνιζε αδιάκοπα ενώ άκουγε αυτά που του έλεγα μ’ ένα ύφος αποσπασμένο, που δεν μπορούσα να καταλάβω εάν σήμαινε υπεροψία ή αδιαφορία και μόνο» (Ανοιχτά χαρτιά, “Το χρονικό μιας δεκαετίας”)· «βοηθούσε και κάποιο μυστήριο στην παρουσία του», καταπώς ανακαλεί ο Λορεντζάτος (Collectanea). Ή θυμίζει την άλλη φράση του Νάνου Βαλαωρίτη σ’ ένα γράμμα του στον Σεφέρη «Τον ξέρω καλά από χρόνια τώρα, που βλεπόμαστε κάθε μέρα. Είτανε μέρες που δεν προχωρούσε πέρα από ένα σημείο στην οδό Σταδίου. Και γύριζε πίσω και σ’ άφηνε, δίχως ποτέ να ξέρει κανείς τι τον εμπόδιζε».

Μια τελευταία κουβέντα, για τον ίδιο τον Ιρλανδό. Η Ελλάδα, ανάμεσα στ’ άλλα του ταξίδια σ’ άλλους τόπους, φάνηκε πως στάθηκε τόπος μεταμορφωτικός. Η πολύχρονη παραμονή του δείχνει πως όχι μόνο βρήκε τον –όποιο– στόχο της η περιπλάνησή του σε αναζήτηση ταυτότητας, μα κι ένα καταφύγιο προσωπικό. Ακόμη περισσότερο, η συνέχεια έδειξε πως μετά την Ελλάδα/Πάρο υπήρχε πια μόνον το ταξίδι της επιστροφής, δυτικά, στη χώρα του. Σαν να συντελέστηκε εδώ το μόνοιασμα του ανθρώπου με τον τόπο του, ο συμφιλιωτικός γυρισμός του στην πατρίδα.

Εγώ στην αρχή
έμοιαζα με Ιρλανδό
που τράβαγε ανατολικά, αργότερα,
ύστερα απ’ την Πάρο, τον ήλιο,
τη θάλασσα, τα καράβια, μοιάζω
με Κέλτη που τραβάει δυτικά.

ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

Ο Ντέσμοντ Ο’Γκρέιντυ με τον Έζρα Πάουντ

Δημοσιευμένο στο ηλεκτρονικό Νέο Πλανόδιον, στις 12-5-2022, εδώ.

Το χρώμα της σελήνης*

Σε μια από τις καταγραφές των οιονεί χαμάδων του, ο Λορεντζάτος, στα Collectanea, κάνει την ακόλουθη παρατήρηση στηριγμένος σε μιαν αντιστοιχία  που ενώνει τη Σαπφώ με τον Κάλβο· αντιγράφω:

Αθάνατη ελληνική γλώσσα! Παράξενες αντιστοιχίες βλέπω να ενώνουν τη Σαπφώ με τον Κάλβο:

ἄστερες μὲν ἀμφὶ κάλαν σελάνναν
ἂψ ἀπυκρύπτοισι φάεννον εἶδος,
ὄπποτα πλήθοισα μάλιστα λάμπῃ
γᾶν ἐπὶ παῖσαν
… ἀργυρία.

Σελλάναν… ἀργυρία. Ναι, από τη Σαπφώ φτάνομε στον καταμόναχο Κάλβο:

Τὸ ψυχρόν της ἀργύριον
ῥίπτει ἡ σελήνη.

Όταν ο Σεφέρης θα πει σχετικά με το τέλος της στροφής αυτής του Κάλβου: «ο νους μου πήγε στα τριάκοντα», η νεοελληνική κριτική βγαίνει από την περιοχή που την προσδιόριζαν Τα χρόνια μου και τα χαρτιά μου του Κωστή Παλαμά (μια εποχή) και μπαίνει οριστικά (μια άλλη εποχή) στη νεότερη φάση της.
(Collectanea, αρ. 384, σ. 190-191)

Καταπώς φαίνεται, μα και καταπώς εγώ καταλαβαίνω, το σχόλιο του Λορεντζάτου ουσιαστικά υπαινίσσεται κι υπονοεί συνέχειες της γλώσσας της ελληνικής («Αθάνατη ελληνική γλώσσα!») στην ανάδειξη ποιητικών θεμάτων, τόπων, εκφράσεων κ.ο.κ. (όσο κι αν τούτο δηλώνεται ως «παράξενες αντιστοιχίες»). Κι αυτό παρά την κατ’ επίφασιν έκπληξη που δηλώνει η φράση «Ναι, από τη Σαπφώ φτάνομε στον καταμόναχο Κάλβο» κι ιδίως η χρήση του επιθέτου «καταμόναχος»· αντιθέτως, νιώθω πως η χρήση του ισχυροποιεί μετ’ επιτάσεως τον εμφανή υπαινιγμό.

~·~

Από την κατά πολύ νεότερη –και πρόσφατη– φάση αυτής της άλλης εποχής της ελληνικής κριτικής και της ποίησης (1992), ο Ηλίας Λάγιος στο Η ιστορία της λαίδης Οθέλος, γράφει σ’ ένα ποίημα την εξής δεύτερη (που επαναλαμβάνει και πάλι ως τέταρτη και τελική) στροφή:

Ψυχή λευκή σαν σπυρί ρύζι
κι απέραντη, άφραστη γαλήνη·
κι από ψηλά να μας φωτίζει
ψυχρή σαν νόμισμα η σελήνη.

Ναι, από τη Σαπφώ και τον καταμόναχο Κάλβο φτάνουμε στον διάττοντα και μονώτατο Λάγιο, που μας συνδέει με τον Κάλβο (κι από κει με τη Σαπφώ), υπερβαίνοντας τις φάσεις της εποχής μα και συνεχίζοντας της ελληνικής γλώσσας της ποιητικής την πορεία. Το αργύριον έχει γίνει νόμισμα, ως επιτάσσει οριστικά η «άλλη εποχή» που δηλώνεται με την κατανόηση του Σεφέρη, κι ας φωτίζει αντί να το ῥίπτει ἡ σελήνη, η ψύχρα όμως που εκπέμπει το χρώμα της αργυρής σελήνης μάς ανατριχιάζει το κορμί και μας παγώνει έως την σήμερον.

Εδώ επίσης συλλογιέμαι πως ίσως-ίσως ο Λάγιος επιπλέον απηχεί κάτι κι από το «πνευματικώτερο ποίημα» του Σεφέρη (Στέρνα) ― σύμφωνα πάντα με τον δίκην χαμάδων καταγραφέα των Collectanea, Λορεντζάτο (όπως γράφει στο Το χαμένο κέντρο):

Μεγάλη αγάπη κι άχραντη, γαλήνη!

κι απέραντη, άφραστη γαλήνη, γράφει ο Ηλίας Λάγιος. Ίσως. Και πιθανόν έτσι να συνενώνει πια εντός της ποίησής του και την πιο νέα –για εκείνον– εποχή της ελληνικής ποίησης.

Από την άλλη, πολύ θα ’θελα να αισιοδοξώ πως ο εξομολογημένος φόβος του Σεφέρη, όπως τον καταγράφει ο Λορεντζάτος (αμέσως παραπάνω στο Χαμένο κέντρο), τουλάχιστον από τούτη την όψη, της συνέχειας της γλώσσας στην ποίηση, αργεί να εκπληρωθεί.

Μου μιλούσε εντελώς σοβαρά:
― «Φοβάμαι», είπε, σα να έβαζε κάπου τελεσίδικα την υπογραφή του, «μήπως είμαστε οι τελευταίοι που μιλάμε ελληνικά».

Θα ’θελα λοιπόν να αισιοδοξώ πως αργεί μια τέτοια εποχή· θα το ’θελα, πολύ…

*Δημοσιευμένο στο ηλεκτρονικό Νέο Πλανόδιον, στις 11-9-2022, εδώ.

Μαγδαληνή, Μαγδαληνή, του πόθου μέγα αστέρι

Μη μου άπτου, άγνωστος Κρητικός ζωγράφος, γύρω στο 1500. Αρχείο του Ελληνικού Ινστιτούτου Βενετίας.

στον Α.Χ., ολόψυχα αφιερωμένο

Μετά την έκδοση και των δυο αγιορείτικων ημερολογίων του ζεύγους των συνταξιδιωτών-‘προσκυνητών’ Σικελιανού και Καζαντζάκη,[1] μπορούμε να ανασυνθέσουμε πληρέστερα τον συνταιριασμένο τους βηματισμό, μέρα τη μέρα, σε εκείνο το σαραντάημερο προσκύνημά τους (Π. Πρεβελάκης) στον Άθω, τον Νοέμβρη-Δεκέμβρη του 1914. Κάποτε-κάποτε, σχεδόν να αφουγκραστούμε τον ομόπνοο ανασασμό τους, μα κι ίσως να ξεδιακρίνουμε πιθανά χνάρια, αχνά βέβαια, δυσδιάκριτα κι ανάρια,  που άφησε τούτη η αγιορείτικη συμπόρευση στην κατοπινή τους πορεία (πέρα από τα ήδη εμφανή, στιβαρά κι ανεξάλειπτα αποτυπώματά τους). Μια τέτοια ιδιαίτερη περίπτωση μου φαίνεται πως είναι κι αυτή, που προέρχεται από τις επόμενες καταγραφές, σε σχέση με την Μαρία την Μαγδαληνή (το χέρι της στο μοναστήρι της Σιμωνόπετρας) και τον Διόνυσο Χριστό.

Την απαρχή του προσκυνήματός τους την αφηγείται κατοπινά ο Καζαντζάκης στην Αναφορά στον Γκρέκο (ανάμεσα στις «κάπως μυθοποιημένες» αναμνήσεις του, όπως επισημαίνει κι ο Πρεβελάκης):
«Άρχισε η πορεία. Σαν τους παλιούς προσκυνητές, σιγά κουβεντιάζοντας για το Θεό, για τη μοίρα του ανθρώπου και για το δικό μας χρέος, –αυτά τα τρία επίμονα θέματα όλης μας της διαδρομής,– οδεύαμε από μοναστήρι σε μοναστήρι, από θάμα σε θάμα, εκστατικοί κ’ ευτυχισμένοι». Αντάμα με τον ενθουσιασμό τους, πρέπει να συνυπολογίσει κανείς πως, οι ομόθυμοι κι ομόψυχοι –τότε– Καζαντζάκης και Σικελιανός, προσερχόμενοι στο Αγιονόρος κουβαλούν και συζητούν και τις δικές τους έγνοιες και σκέψεις για την θρησκεία και τον άνθρωπο, τις θρησκευτικές τους αναζητήσεις και συνθέσεις· έγνοιες και συνθέσεις που διαστίζονται κυρίως από την προσπάθεια συναγωγής ‘εις εν’ της μορφής του Διόνυσου και του Χριστού. Πράγματα που συζητούν στους νυχτερινούς τους περιπάτους ή στο κρεβάτι στο κελλί τους και καταγράφουν στα ημερολόγιά τους, ο Καζαντζάκης αποφασιστικά και πιο προγραμματικά θα έλεγε κανείς (ήδη έχει μιλήσει για την απόπειρα ίδρυσης θρησκείας), ο Σικελιανός παλεύοντας μάλλον πιότερο να εμβαθύνει σε μια θρησκευτικο-μυθικο-ποιητική κατανόηση της ενιαίας ελληνικής παράδοσης. Όπως κι αν είχε, είναι ηλίου φαεινότερον πως οι αναφορές για τον Διόνυσο είναι συχνές, σταθερές και προϋποτιθέμενες της όποιας ανάγνωσης-κατανόησης των ημερολογίων.

Ξεκινώ λοιπόν με όσα σημειώνει ο Καζαντζάκης την Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 1914, από την μονή Διονυσίου:
«―Αξέχαστο το χέρι του Μαξίμου. Τι λεπτό, ευγενικό, νευρικό.
―Το χέρι, λέει, της Μαγδαληνής στη Σίμωνος Πέτρας είναι θερμό ακόμα, σα σάρκα».

Αρμαθιασμένες έτσι όπως είναι αυτές οι δυο καταγραφές, παρότι θέλουν να δείχνονται διάφορες κι ανεξάρτητες, είναι σαφές πως η μια συνειρμικά ανακαλεί την άλλη. Είτε το χέρι του Μάξιμου, το ζωντανό, οδηγεί σ’ εκείνο της Μαγδαληνής, το θερμό, είτε από τον Μάξιμο πρωτάκουσαν για το θερμό, ολόσαρκο ακόμα χέρι της Μαγδαληνής στην Σιμωνόπετρα.
Την αμέσως επόμενη μέρα, 12 Δεκεμβρίου, πάλι σημειώνει:
«Φτάνομε στο Μοναστήρι Σίμων[ος] Πέτρας. Σε όλη τη βαρκάδα ένιωθα ζεστό χέρι Μαγδαληνής. Η θάλ[ασσα] φούσκωνε με άπειρους μαστούς σαν την Εφεσία Άρτεμη. […]»

Και λίγο πιο κάτω, ίσως μεταγενέστερα, όπως υποσημειώνουν οι επιμελήτριες του καζαντζακικού ημερολογίου, έχει μια από τις πολλές αναφορές σε μελλοντικά θέματα που θέλει να αναπτύξει, του Διόνυσου, του Χριστού και του Θα:
«Δ[ιόνυσος]=να του κάνουν (μικρός θεός που τον πήρε μαζί του ο Προμ[ηθέας] για το λαό του) λειτουργ[ία] πρωτόγονη. Και ο Δ[ιόνυσος] μικρός, παχουλός, θρεμμένος με μυαλό λιονταρ[ιού] να λατρεύετ[αι] γελαστός και γαλήνιος».

Από τον Καζαντζάκη, ας στραφούμε τώρα στο Αγιορείτικο Ημερολόγιο του Σικελιανού:
«Στης Σιμωνόπετρας. Το έβγα μας στον Αρσανά. Θάλασσα· Ο αφρός φαίνεται άξαφνα ζεστός, σα να καίει μια αγαλλίαση ζωής. Και θυμούμαι άξαφνα το ζεστό χέρι της Μαγδαληνής, στη Σιμωνόπετρα. Ο ανήφορος στη Σιμωνόπετρα. […] Το κύμα ακούεται κάτου, κι απάνου το νερό. […] Μην τον ξεχνάς αυτόν τον δρόμο· τη θεία θέρμη της Μαγδαληνής. […] Η μέρα της Μαγδαληνής. […](Πέμπτη 11 (έντεκα Δεκέμβρη). […] Τρεις φορές ασπάσθηκα το χέρι της Μαγδαληνής».
Κι αμέσως λίγες αράδες παρακάτω γράφει:
«Γεφύρωσα με κλήμα τον Ευφράτη σαν το Διόνυσο», πιθανώς απαντώντας στις δικές του έγνοιες κι αυτός, για τον δικό του Διόνυσο, καταπώς φαίνεται μάλλον λίγες μέρες νωρίτερα πριν έμπουν στο Αγιονόρος, όπως σημείωνε στην ίδια ατζέντα: «Εγεφύρωσε  τον Ευφράτη με κλήματα και με κισσό».

Ο Σικελιανός όχι μόνο δεν ελησμόνησε ή δεν καταχώνιασε κάπου αμετάκλητα αυτή την εμπειρία, αλλά την μετέγραψε ποιητικά. Το 1918 γράφει την «Μαγδαληνή», που εκδίδεται το 1926. Η ποιητική εκδοχή βέβαια της Μαγδαληνής που προτίμησε, τόσον αυτός όσο κι ο συνταξιδιώτης του-συμπροσκυνητής στον Άθω, ήταν αυτή της μετανοημένης πόρνης που σφούγγισε με τα χυτά, κυματιστά, μαλλιά της τ’ άχραντα πόδια του Ιησού, που μόλις είχε ράνει με μύρα πολύτιμα· κι έτσι τραγουδάει την ορμητική της εμπασιά στο σπίτι του τελώνη:

Κι εκεί που κόβει το ψωμί, κι απλώνει το προσφάι,
ξάφνου, απ’ τη θύρα ορθάνοιχτη που ξέμεινεν, ορμά,
σαν ένα κύμα θεόρατης αναπνοής του Μάη,
το πλούσιο μύρο σπάζοντας στα πόδια του σιμά,

σα με τον ήλιο τρικυμιά κυλώντας, δοξασμένη
απ’ όση μες στο σπλάχνο της εστέναξε ηδονή.
Με των μαλλιών την άμετρη φεγγοβολή λυμένη,
τα δάκρυα της σφουγγίζοντας κρουνό, η Μαγδαληνή!

Τα μάτια της να σήκωνε και να ’βλεπε τα χίλια
της νύχτας άστρα σα φιλιά, κι ο μέγας τους σφυγμός
να χτύπαε στ’ αναμμένα της απ’ τις αγάπες χείλια,
βαθιός δε θα χυνότανε μες στη νυχτιά ο λυγμός,

σαν τούτος οπού γιόμισεν ολάκερο το δώμα,
κύμα, στο κύμα π’ άπλωνεν από την ευωδιά·
με κολλημένο ακράταγα στα πόδια του το στόμα,
με τον απάντεχο έρωτα που φούσκωνε η καρδιά!
[…]

Το χέρι μέσα στα μαλλιά τ’ αθάνατα κρατώντας,
στους πλοκαμούς οπού σκορπάν τριγύρα, τους χρυσούς,
βαθιά αναγάλλιαν άμετρη, στα πόδια του κοιτώντας
το μέγα κύμα, απόκριση τους δίνει ο Ιησούς:
[…]

Και η κορύφωση της στερνής στροφής, αναφώνηση στην Μαγδαληνή, μαρτυράει εκστατικά την διαρκώς παρούσα, οιονεί ερωτική, αγιορείτικη, εμπειρία του ασπασμού του χεριού της, λες και νιώθει ακόμη πάνω στα χείλη του την θέρμη της σάρκας τής τρισσοφίλητης:
Μαγδαληνή, Μαγδαληνή, του πόθου μέγα αστέρι·
σε μοναστήρι ανέβασες κ’ εμένανε πιστό,
για να φιλήσω λείψανο το ατίμητό Σου χέρι·
κ’ ήταν ακόμα, ως πίθωσα τα χείλια μου, ζεστό!

Διαβάζοντας ξανά τούτους τους στίχους νιώθω πως ο Σικελιανός μεταφέρει και προβάλλει τον ολόθερμο δικό του παθιασμένο ασπασμό στο χέρι της Μαγδαληνής στης ίδιας της Μαρίας τα φλογερά κι ασυγκράτητα φιλιά. Γράφει για την Μαγδαληνή λες και είναι αυτός οπού (το χέρι της τώρα δα ξανα-) φιλά:
με κολλημένο ακράταγα στα πόδια του το στόμα.
Έχω δε την εντύπωση πως τα κύματα της θάλασσας που γράφει ο Καζαντζάκης κι ο ίδιος βρήκαν τον δρόμο τους να ξεχυθούν μέσα από την ψυχή της Μαγδαληνής τόσο ορμητικά κι ασυγκράτητα που όπως επανέρχονται και συστρέφονται φουσκωμένα στην θάλασσα, ωσάν τους άπειρους μαστούς της Εφεσίας, έτσι ξαναγυρίζουν πάλι και πάλι, κύμα το κύμα, από στροφή σε στροφή ξανά και ξανά, φανερώνοντας της ψυχής και του πάθους (απάντεχο έρωτα) την τρικυμία πια, κι όχι της θάλασσας τον σάλο.

Είναι σαφές ότι μοιράστηκαν εντυπώσεις, συζήταγαν διαρκώς για τα ίδια πράγματα, κατέγραφαν εν πολλοίς ίδια συμβάντα και στιγμιότυπα, συζητήσεις με μοναχούς, τον απόηχο των εντυπώσεών τους καθημερινά από την σωματική και πνευματική τους οδοιπορία. Με διαφορετικό και δικό τους ξέχωρο τρόπο, όπως ταιριάζει στης ψυχής του καθενός τα κινήματα και τις ορμές· συνομιλούσαν όμως, μοιράζονταν, ανέπνεαν ο ένας με τις εμπειρίες του άλλου, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που ενίοτε είναι ασαφή και μη στεγανά, απροσδιόριστα, τα όρια της προσωπικής-ατομικής εμπειρίας ενός εκάστου, μα κι αδιάγνωστο το μέγεθος της αλληλοεπιδραστικότητας κι αλληλοδιείσδυσης των σκέψεων και των συναισθημάτων του αδελφικού ζεύγους των προσκυνητών.

Ο Καζαντζάκης, παρότι το πρόσωπο της Μαγδαληνής το απέδωσε με τον δικό του μυθοπλαστικό τρόπο και σκοπό (στο Ο Χριστός ξανασταυρώνεται), δεν ξαναμίλησε για τούτο το αγιορείτικο επεισόδιο της Σιμωνόπετρας, ούτε καν στον ‘απολογισμό’ που έκαμε στην Αναφορά στον Γκρέκο. Μα η αλήθεια είναι πως ακόμη και στο Ημερολόγιο  του αγιορείτικου προσκυνήματος, σχετικά με το «ζεστό χέρι της Μαγδαληνής» παραμένει σιωπηλός για τον δικό του ασπασμό, αφήνοντάς μας βάσιμα να υποθέσουμε πως δεν έμεινε παρά με την –έντονη– εντύπωση ενός ερεθίσματος μονάχα, από τα όσα είχε ακούσει (σε αντίθεση με τον Σικελιανό που του ’λαχε να το ζήσει). Κι όχι πως δεν θα μαρτυρούσε κάτι τέτοιο –αν  του συνέβαινε– όπως τουλάχιστον δείχνει η ακόλουθη σημείωση, τρεις μόλις μέρες πρωτύτερα:
«[…] Μα στο ιερό παραπεταμ[ένη] μια θαυμάσια Παναγ[ία]. Πρόσωπο oval, χείλη κόκκ[ινα] σγουρά που φίλησα τρέμοντας, ως εάν εφιλούσα γυν[αίκα.] Χλωμή, κίτρινη· μάτια κανελιά».

Την Μαγδαληνή όμως την παρουσίασε κι αυτός ποιητικά στο θεατρικό του Χριστός το 1928, όπου ανάμεσα στα άλλα τη βάζει να λέει για τη σταύρωση του Ιησού:
Εγώ μες στο λιοπύρι ασάλευτη θωρούσα
τη ρίζα του σταυρού του αχόρταγα να πίνει
το γαίμα του και να πετάει βλαστούς, να χύνεται
τρικυμιστή, σγουρή, σαν άγιο μέγα κλήμα!
Κι απ’ τα κλαριά σταφύλι εφτάκοιλο κρεμάστη
βαρύ, και πιάσαν τ’ αμπελόκλωνα απ’ τα πλάγια
τους δυο ληστές, σαν αντιστύλια, να μην πέσει.
Και φώναζα χωρίς φωνή, τα χέρια ασκώνοντας
Ψηλά, στην καρπερή κληματαριά από πάνω μου:
«Να κρεμαστώ κι εγώ μαζί σου, Κύριε! Ρώγα
γλυκιά κι εγώ, Ραβή, στο ερωτικό σου αμπέλι!»

Και φυσικά για ό,τι λέω, δεν κομίζω αδήριτα τεκμήρια κι αποδείξεις αδιάσειστες. Καμμία και κανένα! Μιαν ακλόνητη όμως –και βαθιά– εντύπωση μεταφέρω, και βεβαιότητα εσώτερη, πως όλη ετούτη η εικόνα του αίματος του Εσταυρωμένου Ιησού (θυμάται εδώ κανείς αναπόφευκτα και τον σικελιανικό Εσταυρωμένο Ορφέα-Βάκχο) που μεταμορφώνεται σε κλήμα ερωτικό, και το ξύλο του σταυρού που από τη ρίζα ποτίζεται με το αίμα του Χριστού και πετάει βλαστούς και χύνεται τρικυμιστή, σγουρή κι απλώνεται σαν αμπέλι που γεφυρώνει τους σταυρούς του Γολγοθά, αυτή η εικόνα λοιπόν της θυσίας άρρηκτα ενωμένης με την ερωτική προσφορά προέρχεται από τις παθιασμένες εικόνες που κατέγραφε η φαντασία του συνοδοιπόρου τού Σικελιανού σαν συζητούσαν για τον Διόνυσο, τον Χριστό (κι ό,τι άλλο) στο Άγιον Όρος, τους τελευταίους μήνες του 1914.
~·~

Η κρητικής τέχνης εικόνα κάποιου ανώνυμου μα θαυμαστού τεχνίτη, που συνοδεύει τις δικές μου συσχετίσεις, αν και σ’ αντίθεση με τους Σικελιανό-Καζαντζάκη πιστή στη βιβλική εκδοχή της Μαρίας της Μαγδαληνής, σε τούτο δω το Μη μου άπτου θαρρώ πως δεν έχει μείνει ανεπηρέαστη κι από την δυτική εκδοχή της ταύτισης της Μαγδαληνής με την μετανιωμένη πόρνη. Οι ξέπλεκοι, λυτοί, κυματιστά χυμένοι, βόστρυχοι, η προσκύνηση στα γόνατα, το βλέμμα το ανασηκωμένο –όχι του πόθου βέβαια– μα της θλίψης και του πόνου, της λαχτάρας που κρύβει η ελάχιστη προσδοκία του ανέλπιστου, είναι σημάδια –αν δε λαθεύω και δεν ξαστοχάω, παρασυρμένος απ’ τις δικές μου ονειροπολήσεις!– μιας μείξης παραδόσεων και τεχνοτροπιών παλιών μεν, αλλά κι εκφράσεων και συναισθημάτων προσωπικά πολύ ιδωμένων.


[1] Άγγελος Σικελιανός, Το Αγιορείτικο Ημερολόγιο, εισ.-επιμ. Ιωάννα Κωνσταντουλάκου-Χάντζου, Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα 1988· Νίκος Καζαντζάκης, Άγιον Όρος Ν/βρης – Δ/βρης 1914: Ημερολόγιο, επιμ.-εισ.-σχόλια Χριστίνα Ντουνιά – Παρασκευή Βασιλειάδη, Μουσείο Νίκου Καζαντζάκη, Ηράκλειο 2020.

Τρεις Εβραίοι της Ουκρανίας*

Την παραμικρή ιδέα δεν είχα κατά πούθε πέφτει το Ρόβνο, όταν το πρωτοαντίκρισα στο Κόκκινο ιππικό του Ισαάκ Μπάμπελ. Εκείνος έγινε η αφορμή να το αναζητήσω στον χάρτη της τότε Ουκρανικής Σοβιετικής Δημοκρατίας, μα και ταυτόχρονα να το τοποθετήσω και σ’ έναν άλλο χάρτη, νοητό, της πολωνο-ουκρανικής εβραίϊκης ανθρωπομυρμηγκιάς, που αιώνες ζούσε κατά κείνα τα μέρη με την ιδιαίτερη γλώσσα της, τα γίντις, τις παραδόσεις και τις Γραφές της, τις συναγωγές και τους ραβίνους της, την ευσέβεια και τις αμαρτίες της. Ένας μικρός κρίκος ανάμεσα σε αρίφνητους άλλους, γνωστούς ή άσημους, της μεγάλης και μακριάς πολυάνθρωπης αρμαθιάς των ζωντανών και κεκοιμημένων Εβραίων της ανατολικής Ευρώπης, σαν το Γκόραϋ του άλλου ξακουστού Ισαάκ (Μπάσεβις Σίνγκερ), το Τερνοπόλ, και το γενέθλιο Οκόπυ του Μπάαλ Σεμ Τοβ –του γεννήτορα του χασιδισμού ραβίνου Ισραέλ μπεν Ελιέζερ–, το Μπουσάτς του Σμουέλ Αγκνόν και το Μπρόντυ του Γιόζεφ Ροτ· το Ρόβνο της μάνας του Αμός Οζ (Ιστορία αγάπης και σκότους) που δεν ήθελε να ξαναγυρίσει πίσω εκεί, μα ούτε και να νοσταλγήσει ή να πενθήσει («όχι, όχι, δεν πενθώ γι’ αυτό που υπήρχε και χάθηκε αλλά γι’ αυτό που ποτέ δεν υπήρχε»)· κι ακόμα τις πολύβουες μεγαλουπόλεις, σαν το Λβίου (Λβουόφ), το Κίεβο και το Χάρκοβο, την Οντέσσα, την κοσμοπολίτικη και πολύεθνη. Και, παρ’ όλο που η γραφή ξεκόρμισε και θέλει επίμονα να ξεστρατίσει προς τα κει, δεν θα λοξοδρομήσω απ’ όσα η μνήμη τραγικά ανακάλεσε με αφορμή την βίαιη επικαιρότητα της ρώσικης εισβολής στην Ουκρανία και μ’ έσπρωξε να γράψω. Για τρεις Εβραίους από της Ουκρανίας τα μέρη, που από πολύ νωρίς, άμεσα και παθιασμένα, αδιάρρηκτα μα και καταλυτικά συνέδεσαν την ζωή και τις τύχες τους με την γέννηση και το θεμέλιωμα της νέας σοβιετικής τους πατρίδας· καθείς όμως με τον δικό του τρόπο και την δική του στάση, μα και καθείς λαβαίνοντας διάφορα τα επίχειρα ή τις αμοιβές από την ίδια σοβιετική πατρίδα.

Στην –λανθασμένα αρχαιοελληνοπρεπώς αποκληθείσα– Οδησσό λοιπόν (μιας κι η ομώνυμη ελληνική αποικία βρισκόταν χαμηλότερα, στην Βάρνα, ενώ ετούτος ο συνοικισμός γειτόνευε με την Όλβια στον Βορυσθένη/Δνείπερο) γεννήθηκε ο Ισαάκ Μπάμπελ, ο νεώτερος μα κι ο πρώτος από τους Εβραίους Ουκρανούς που ανέσυρε η θύμηση. Κι ίσως ο βαθύτερος λόγος για την πρωτιά αυτή να σχετίζεται με την συχνή –κι ολόσυχνα ολοτρύφερη– μνημόνευση της εβραϊκής ταυτότητας, δικής του και του τόπου όπου ξετυλίγεται κι η δράση του πιο γνωστού στην Δύση βιβλίου του (Το κόκκινο ιππικό)[1].

«Νεκροταφείο σ’ ένα μικρό εβραιότοπο! Η Ασσυρία και το γεμάτο μυστήριο αργοσάπισμα της Ανατολής, στους σκεπασμένους με αγριάδες κάμπους της Βολίν!…

Λαξεμένες γκρίζες πέτρες, με γράμματα που σκαλίστηκαν εδώ και τρακόσια χρόνια. Ανάγλυφα άτεχνα, στριμωγμένα στο γρανίτη, το σχήμα του ψαριού και του προβάτου πάνω απ’ την ανθρώπινη νεκροκεφαλή, Ραβίνοι με γούνινα καλπάκια, Ραβίνοι με ζωσμένες τις στενές τους μέσες, και κάτω απ’ τα πρόσωπα με τα τυφλά, τα ανέκφραστα μάτια, η κυματιστή πέτρινη γραμμή της κατσαρής γενειάδας. Λίγο πιο πέρα, στη σκιά της βελανιδιάς, τσακισμένο απ’ τον κεραυνό, στέκεται το μαυσωλείο του ραβί Αζριήλ που τον σκότωσαν οι κοζάκοι του Μπογδάν Χμελνίτσκι. Τρεις γενιές είναι θαμμένες σ’ αυτό το κοιμητήρι, το φτωχό σαν το σπίτι του νερουλά, και τα γράμματα, τα πρασινισμένα γράμματα, αναπέμπουν γι’ αυτές τις γενιές την τραγουδιστή προσευχή του βεδουΐνου:

“Αζριήλ, γιος του Ανανία, χείλη του Ιεχωβά.
Ηλίας, γιος του Αζριήλ, πνεύμα που άρχισε μονομαχία με τη λήθη.
Βολφ, γιος του Ηλία, πρίγκιπας που τον κλέψανε τη δέκατη ένατη άνοιξη απ’ την Τορά.
Ιούδας, γιος του Βολφ, ραβίνος Κρακοβίας και Πράγας.
Ω θάνατε, συμφεροντολόγε κι’ άπληστε κλέφτη, γιατί δε μας λυπήθηκες ούτε μια φορά;”».
(«Το νεκροταφείο του Κοζίν»)

Ή ακόμα:

―Στο γεμάτο πάθος χτίριο του χασιδισμού είναι σπασμένα τα παράθυρα και οι πόρτες, όμως αυτό μένει αθάνατο, σαν την ψυχή μιας μάνας… Με τα χυμένα του μάτια ο χασιδισμός ακόμα στέκεται στο σταυροδρόμι, όπου φυσούν οι αγριεμένοι άνεμοι της ιστορίας. […]
―Από πού ήρθε ο Εβραίος; Ρώτησε και σήκωσε τα μάτια του.
― Από την Οντέσσα, αποκρίθηκα.
―Θεοφοβούμενη πόλη, είπε έξαφνα ο ραβί με ασυνήθιστη δύναμη, το άστρο της εξορίας μας, το ακούσιο πηγάδι της συμφοράς μας! Τι δουλειά κάνει ο Εβραίος;
―Γράφω, σε στίχους, τις περιπέτειες του Γερς από το Οστροπόλ.
―Μεγάλη δουλειά, μουρμούρισε ο ραβί κι’ έκλεισε τα μάτια του. Το τσακάλι μουγκρίζει όταν πεινάει, ο κάθε ανόητος έχει αρκετή ανοησία για να θλίβεται, και μόνο ο σοφός σκίζει με το γέλιο του το πέπλο της ζωής… Τί σπούδασε ο Εβραίος;
―Τη Βίβλο.
―Τι ζητά ο Εβραίος;
― Την ευθυμία.
―Ρεμπ Μόρτχε, είπε ο ραβί και κούνησε τα γένια του, ας πάρει θέση το παλικάρι στο τραπέζι, ας φάει αυτό το Σαββατόβραδο μαζί με τους άλλους Εβραίους, ας χαρεί γιατί ζει και δεν είναι πεθαμένος, ας χτυπάει παλαμάκια όταν οι γείτονές του χορεύουν, ας πιει κρασί αν του δώσουν κρασί. […]
(«Ο ραβί»)

Ο Μπάμπελ συντάχθηκε με τον ορμητικό χείμαρρο της οκτωβριανής επανάστασης και το 1920 πολέμησε στην Πρώτη Στρατιά Ιππικού του στρατάρχη Μπουντιόνυ, την περίοδο των άγριων και λυσσαλέων πολέμων ανάμεσα στην δεύτερη πολωνική δημοκρατία και το νέο ριζοσπαστικό σοβιετικό κράτος για την κυριαρχία και κατοχή των εδαφών που βρίσκονταν αναμεταξύ τους και που αργότερα, ορισμένα από αυτά ενσωματώθηκαν στην ΕΣΣΔ, συντελώντας εν συνεχεία στην δημιουργία των σοβιετικών δημοκρατιών της Ουκρανίας και της Λευκορωσίας· πόλεμοι γεμάτοι άγρια βία και μίσος αβυσσαλέο, πόλεμοι κάποτε απολησμονημένοι μα και σημαδιακοί για ό,τι δημιουργήθηκε στην συνέχεια, για να αλλάξει και να ανατραπεί μετά πάλι και πάλι· ήττες και νίκες, ταπείνωση και δόξα, βία και φρίκη που δεν ξορκίζεται με λόγια και μ’ ευχές… Η άγρια βία κι οι σφαγές που έζησε ο Μπάμπελ καταγράφηκαν στο Ημερολόγιο του 1920 κι αποτέλεσαν την πρώτη ύλη για το  Κόκκινο ιππικό.  «Απ’ το ημερολόγιό του γίνεται φανερό πως ο Μπάμπελ ζούσε με τη ζωή των εν όπλοις συντρόφων του ― με τις νίκες και τις ήττες, με τη συμπεριφορά των μαχητών στον πληθυσμό και του πληθυσμού στους μαχητές, τον συγκλονίζανε η μεγαλοψυχία, η βία, η αλληλεγγύη των μαχητών, τα πογκρόμ, οι θάνατοι. Ωστόσο, σ’ όλες τις σελίδες του ημερολογίου, θυμίζει επίμονα στον εαυτό του: “Να περιγράψω τον Ματιάζ, τον Μίτια”, “Να περιγράψω τους ανθρώπους, την ατμόσφαιρα” […] “Να μην ξεχάσω ― το σουλούπι, το πρόσωπο, τη χαρά του Απανάσενκα, την αγάπη του για τα άλογα […] τον τρόμο του συντάγματος, που πέφτει με το σπαθί του μεσ’ στα όλα” […] “Να περιγράψω την αεροπορική επιδρομή, το απόμακρο και σάμπως αργό κροτάλισμα του πολυβόλου” […]», γράφει ο Έρενμπουργκ. Φαίνεται κομμάτι παράδοξο το πώς ένας ευαίσθητος γραφιάς, και μάλιστα Εβραίος εντάχθηκε στο ιππικό των κοζάκων, γνωστούς για τα αντισημιτικά τους αισθήματα και τις πράξεις, τις αγριότητες και την σκληρότητά τους. Κι η αλήθεια είναι πως το σουλούπι και τα γυαλιά του επικέντρωναν την δυσανεξία τους απέναντί του, αλλά οι ιππευτικές του ικανότητες ήταν μάλλον αδιαπραγμάτευτες. Αντιγράφω πάλι απ’ τον Έρενμπουργκ (που τον θαύμαζε και τον αποκαλούσε αστειευόμενος συχνά «σοφό ραβί»):

«Ο Μάϊκλ Γκολντ, που γνωρίστηκε με τον Μπάμπελ στο Παρίσι το 1935, έγραφε: “Δε μοιάζει με λόγιο ή με καβαλάρη του στρατού, θυμίζει μάλλον διευθυντή αγροτικού σχολείου”. Είναι πολύ πιθανόν, η εντύπωση αυτή να οφείλεται κυρίως στα γυαλιά , που στο Κόκκινο ιππικό πήρανε απειλητικές διαστάσεις (“Σας στέλνουν, χωρίς να ρωτήσουν κανέναν κι’ εδώ μας σφάζουν εξ αιτίας τα γυαλιά”, “Εσείς οι γυαλάκηδες, λυπάστε το συνάφι μας σαν τη γάτα το ποντίκι”, Το ξέκανες το άλογο, διοπτροφόρε)…». Κι όμως ο Ισαάκ Εμμανουήλοβιτς όχι μόνο στάθηκε επάξιος καβαλάρης μα και διέθετε μια επίμονη, ειλικρινή και βαθιά περιέργεια για την ζωή και τους ανθρώπους: «όπου κι’ αν τύχαινε να βρεθεί, ένιωθε αμέσως σαν στο σπίτι του, έμπαινε στην ξένη ζωή». Συνεπικουρεί κι η μαρτυρία της Ναντέζντα Μάντελσταμ:

«Του είπαμε για τους μπελάδες μας, και καθ’ όλη την διάρκεια της μακριάς συζήτησής μας άκουγε με αξιοσημείωτη προσήλωση. Καθετί πάνω στον Μπάμπελ έδινε την εντύπωση μιας περιέργειας ― ο τρόπος που κρατούσε το κεφάλι του, το στόμα και το πηγούνι του, κι ιδίως τα μάτια του. Είναι σπάνιο να βλέπει κανείς μια τέτοια ανυπόκριτη περιέργεια στα μάτια ενός ενήλικα. Ένιωθα πως η κυρίαρχη κινητήρια δύναμη στον Μπάμπελ ήταν η ασυγκράτητη περιέργεια με την οποία διερευνούσε εξονυχιστικά την ζωή και τους ανθρώπους» (Hope against hope).

Εις επίρρωσιν των λεγομένων της, παρεμβάλλω και το απόσπασμα από το τελευταίο διήγημα του  Κόκκινου ιππικού (όπου και πρωτοσυνάντησα το Ρόβνο):

«[…] Άραγε θυμάσαι αυτή τη νύχτα, Βασίλη; Έξω απ’ το παράθυρο χλιμίντριζαν τ’ άλογα και φώναζαν οι κοζάκοι. Η ερημιά του πολέμου έχασκε έξω απ’ το παράθυρο, και ο ραβί Μοτάλε Μπρατλάφσκι, με τα λιωμένα δάχτυλά του καρφωμένα στο προσευχητάρι, προσεύχονταν στον ανατολικό τοίχο. Ύστερα τραβήχτηκε η κουρτίνα της ντουλάπας, και στο πένθιμο φως των κεριών είδαμε τα ρολά των ιερών χαρτιών, τυλιγμένα μέσα σε πορφυρένιο βελούδο και γαλάζιο μετάξι. Και πάνω απ’ τα ρολά ήταν κρεμασμένη τ’ άψυχο, υποταχτικό κι’ όμορφο πρόσωπο του Ηλία, του γιου του ραβί, τελευταίου πρίγκιπα της δυναστείας… […]

Κι’ εγώ, που τον είδα σε μια από τις ταξιδιάρικες νύχτες μου, άρχισα να συμμαζεύω στο μπαούλο τα σκορπισμένα πράματα του κόκκινου στρατιώτη Μπρατλάφσκι.

Εδώ ήταν όλα ανακατεμένα ― τα χαρτιά του προπαγανδιστή και οι σημειώσεις του εβραίου ποιητή. Τα πορτραίτα του Λένιν και του Μαϊμωνίδη, το ένα πλάϊ στ’ άλλο. Το κομπιασμένο σίδερο του κρανίου του Λένιν και το θαμπό μετάξι των πορτραίτων του Μαϊμωνίδη. Μια τούφα γυναικεία μαλλιά ήταν χωμένη μέσα στο βιβλίο των αποφάσεων της έκτης συνέλευσης του κόμματος, και στα περιθώρια των κομμουνιστικών προκηρύξεων ήταν στριμωγμένες στραβές αράδες από αρχαίους εβραίικους στίχους. Σα μια θλιβερή και μίζερη βροχή πέφτανε πάνω μου, σελίδες απ’ το Άσμα Ασμάτων και σφαίρες πιστολιού […]

Ο Ηλίας πέθανε, πριν φτάσουμε στο Ρόβνο. Πέθανε ο τελευταίος πρίγκιπας, ανάμεσα σε στίχους, φυλαχτά και πορτιάνκες[2]. Τον θάψαμε σ’ ένα σταθμό που τον ξέχασα. Κι’ εγώ, που μόλις χωρούσα μέσα στ’ αδύναμο σώμα μου τις φουρτούνες της φαντασίας μου, εγώ, δέχτηκα την τελευταία πνοή του αδερφού μου».
(«Ο γιος του ραβί»)

Αυτή η ανεξάντλητη κι ανυπόκριτη περιέργεια τον οδήγησε, μετά από ένα ταξίδι στην Ουκρανία το 1930, να σχολιάσει κατ’ ιδίαν στην δεύτερη σύζυγό του τις ολέθριες συνέπειες της βίαιας κολλεκτιβοποίησης κι αποκουλακοποίησης, όπως γράφει η ίδια: «η αφθονία του παρελθόντος χάθηκε ― εξαιτίας της πείνας στην Ουκρανία και την καταστροφή του χωριού στον τόπο μας». Η δε συγγραφική του σιωπή απέναντι στην επίσημη στροφή προς τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό και το ίδιο το ύφος της γραφής του τα επερχόμενα χρόνια της σταλινικής παντοκρατορίας όχι μόνον δεν τον έσωσαν, αλλά και τον οδήγησαν στην εκτέλεση. Συνελήφθη τον Μάϊο του 1939 και εκτελέστηκε στις 27 Ιανουαρίου 1940, κατηγορούμενος για τροτσκισμό και κατασκοπεία εις βάρος της ΕΣΣΔ. Αποκαταστάθηκε η μνήμη του στα τέλη του 1954.

Στο Κόκκινο ιππικό ο Ισαάκ Μπάμπελ μνημονεύει αρκετές φορές τον ομόφυλό του Λέοντα Τρότσκυ και τις προπαγανδιστικές προκηρύξεις του για την επανάσταση που μοίραζαν στον κόσμο, αλλ’ όμως δεν είναι αυτές οι μνείες που ο συνειρμός ο δικός μου ακολούθησε μα οι θύμησες οι πικρές τής Ναντέζντα Μάντελσταμ (Εβραιοπούλα υπενθυμίζω κι αυτή που παντρεύτηκε τον μέγα ποιητή Όσιπ Μάντελσταμ στο Κίεβο). Γράφοντας για τις φήμες που κυκλοφόρησε η Τσεκά (NKVD πια τότε) για την –μυθιστορηματική, ακριβέστερα: μυθοπλαστική– υποτιθέμενη αντίσταση που πρόβαλε και τον τραυματισμό που προκάλεσε με ένα πιστόλι ο Μπάμπελ (αλήθεια, πόσο ειρωνικά μυθοποιητικό τέλος για έναν συγγραφέα, που μάλιστα είχε εργαστεί και για την Τσεκά!), καταλήγει:

«Όποτε ακούω τέτοια παραμύθια σκέφτομαι την μικροσκοπική τρύπα στο κρανίο του Ισαάκ Μπάμπελ, ενός επιφυλακτικού, έξυπνου άντρα με ψηλό μέτωπο, κι ο οποίος πιθανότατα ούτε μια φορά στην ζωή του δεν κράτησε όπλο στα χέρια του».

Ετούτη η μικροσκοπική τρυπούλα στο κρανίο του που άρκεσε για να τον θανατώσει πρώτον αυτόν, τον νεώτερο από τους τρεις Ουκρανούς Εβραίους της ιδιότροπης δικής μου ανάκλησης και μνημόνευσης, με οδήγησε στο Κογιοακάν του αντίπερα Μεξικού, όπου για να θανατωθεί ο Λεβ Νταβίντοβιτς Μπρονστάϊν χρειάστηκε να ανοιχτούν αρκετές και κατά πολύ μεγαλύτερες τρύπες στο δικό του κρανίο, από μια ορειβατική αξίνα.

Διοπτροφόρος Εβραίος κι αυτός, φλογερός επαναστάτης από τα νιάτα του, διανοούμενος και γραφιάς, γνώρισε την εξορία της Σιβηρίας, μα με την οκτωβριανή επανάσταση ανήλθε στην ηγετική ομάδα της σοβιετικής εξουσίας. Για τον Λέοντα Τρότσκυ, λαϊκό κομισσάριο Εξωτερικών Υποθέσεων κι εν συνεχεία Πολέμου, τον δημιουργό κι ηγέτη του μπολσεβίκικου Ερυθρού Στρατού, την δράση, τις απόψεις και τις περιπέτειές του με το σταλινικό καθεστώς έως την τελική εξόντωσή του, δεν έχει ιδιαίτερο νόημα να πω κάτι περισσότερο πέρα από ορισμένες επιμέρους επισημάνσεις που τον συνδέουν με την αναφορά που επιχειρώ εδώ. Κι αυτό γιατί η πληθώρα των ίδιων των γραπτών του και των μαρτυριών και μελετών γύρω από αυτόν καθιστά εκ προοιμίου μάταιη αν όχι αστεία την απόπειρα έστω και μιας συνοπτικής συμπερίληψής τους μέσα σε ένα τέτοιο κείμενο. Στέκομαι λοιπόν στα εξής. Καθοριστικός ήταν ο ρόλος του στην επικράτηση των επαναστατών κατά τη διάρκεια του εμφύλιου στην Ρωσία, κατά την διάρκεια του οποίου χρησιμοποιούσε ένα τεθωρακισμένο τραίνο προκειμένου να έχει γρήγορη και ασφαλή πρόσβαση στα πεδία των μαχών. Με το ξέσπασμα του πολωνο-σοβιετικού πολέμου,  ως κομισσάριος μεταφορών, απομάκρυνε ολόκληρη την ηγεσία των σιδηροδρόμων και δημιούργησε μία σχεδόν στρατιωτικής δομής υπηρεσία, την Tsektran, υπεύθυνη για τις μεταφορές ύδατος και τους σιδηροδρόμους σε όλη την σοβιετική επικράτεια, με τον ίδιο επικεφαλής. Αυτή η αρμοδιότητα για την επισκευή της κατεστραμμένης γραμμής του Υπερσιβηρικού κυρίως και τον εκσυγχρονισμό της, με την συνεπαγόμενη στρατιωτικοποίηση της οικονομίας και την υπαγωγή των συνδικάτων στο κράτος, τον έφερε σε ανοιχτή διαφωνία με τον Λένιν και δημιούργησε κρίση μέσα στο κόμμα. Σύντομα βέβαια ακολούθησε η επιτυχής κι ανηλεής καταστολή της εξέγερσης στην Κροστάνδη, αλλά κι η σταδιακή απομάκρυνσή του από την κομματική εξουσία, ιδίως μετά τον θάνατο του Λένιν και την παράλληλη άνοδο του Στάλιν. Με την οριστική εξορία του από τη Σοβιετική Ένωση το 1929, ξεκίνησε η αναγκαστική περιπλάνησή του  από χώρα σε χώρα μέχρι που οδηγήθηκε το 1937 εντέλει στο Μεξικό, όπου η κυβέρνηση του Λάσαρο Κάρντενας του προσέφερε φιλοξενία και μάλιστα ο πρόεδρος διέθεσε το προσωπικό του τραίνο, το Hidalgo, για να τον μεταφέρει από το λιμάνι του Ταμπίκο στην πόλη του Μεξικού. [Η παραχώρηση του ασύλου κατέστη εφικτή χάρη στη μεσολάβηση του Ντιέγκο Ριβέρα και η φιλοξενία του Τρότσκυ και της συζύγου του Νατάλιας Σεντόβα, μαζί με τους γραμματείς και τους σωματοφύλακές του γίνεται στο Γαλάζιο σπίτι της Φρίντα Κάλο, στο οικογενειακό σπίτι των Κάλο, στο Κογιοακάν, ενώ αργότερα, λόγω της ρήξης με τον Ριβέρα, μετακομίζει παραδίπλα στο μοιραίο σπίτι τής λεωφόρου Βιέννα.] Στην Μόσχα είχαν ήδη ξεκινήσει οι διαβόητες δίκες, οι κατηγορίες για τροτσκισμό σε κομματικούς αντιπάλους, οι εκτελέσεις, τα γκούλαγκ. Μετά από δυο αποτυχημένες απόπειρες δολοφονίας του, το μακρύ χέρι του Στάλιν κατορθώνει, διαμέσου του Ραμόν Μερκαντέρ και των απανωτών χτυπημάτων ενός πιολέ στο κρανίο του Λεβ Νταβίντοβιτς, να εξορίσει οριστικά πλέον και αμετάκλητα και από αυτή την ίδια την ζωή τον μεγάλο αντίπαλό του.

Παρά την ενασχόλησή του με την λογοτεχνία και την κριτική, ο Τρότσκυ δεν επιδαψίλευσε προς τον τριπλά συμπατριώτη του Μπάμπελ ούτε μία αναφορά, ιδίως στο Λογοτεχνία και επανάσταση,πλην της ακόλουθης ελάχιστης μνείας στην αυτοβιογραφική Η ζωή μου, όπου, μιλώντας για τον αντισημιτισμό και την σύγχυση που επικρατούσε αναφορικά με την εβραϊκή του προέλευση στους Λευκούς αντεπαναστάτες, σχολιάζει: «το ίδιο μοτίβο θα βρεθεί και στο Κόκκινο ιππικό του Μπάμπελ, του πιο ταλαντούχου από τους νεώτερους συγγραφείς μας». Προφανώς έχει κατά νου την φράση: «Μια που έγινε λόγος, δε θα πω για τον Λένιν, όμως ο Τρότσκυ είναι ο τρελός γιος του νομάρχη του Ταμπώβ, και, μ’ όλο που είναι από άλλη τάξη, πήρε το μέρος της εργατιάς»(«Το αλάτι»).

Λιγότερο γνωστό είναι πως ο Τρότσκυ το 1912-1913 ταξίδεψε στην Σερβία, την Βουλγαρία και την Ρουμανία για να καλύψει για λογαριασμό της μαρξιστικής ουκρανικής εφημερίδας του Κιέβου Kievskaya mysl (Η Σκέψη του Κιέβου) τους Βαλκανικούς πολέμους. Η δε εκ μέρους του επιλογή του συχνόχρηστου ψευδώνυμου Antid Oto (παρά την ελληνική του προέλευση) προέρχεται, σύμφωνα με την μαρτυρία του, από την πρώτη λέξη που αντίκρισαν τα μάτια του ανοίγοντας ένα ιταλικό λεξικό ενώ έψαχνε για ψευδώνυμο.

Καθώς έρχεται ο λόγος για τον έσχατο της –ιδιόμορφα κι ιδιότροπα προσωπικής ανάκλησης επαναλαμβάνω, ως κάθε τέτοια ανάκληση εξάλλου– τριάδας, συλλογίζομαι, μόλις τώρα που γράφω, πως πέραν της φυλετικής και τοπικής καταγωγής, ή της πολιτικής τους στράτευσης και της συμβολής τους στην γένεση και δημιουργία της ΕΣΣΔ, υπάρχει κι ένα άλλο κοινό στοιχείο που διαπερνά μες απ’ τους βίους και των τριών σαν κοινός σταθμός, παρά τις τεράστιες μεταξύ τους διαφορές. Αλλ’ ας μην προτρέξω. Ο Λάζαρ Μωϋσέγιεβιτς Καγκανόβιτς λοιπόν, Εβραίος της ουκρανικής γης, είναι αυτός με τον οποίο θα κλείσω τούτη την περιδιάβαση της μνήμης.

Ο Λάζαρ Μωϋσέγιεβιτς εντάχθηκε από την εφηβεία του στους μπολσεβίκους και προεπαναστατικά όπως και μετεπαναστατικά έδρασε σε διάφορες περιοχές της Ρωσίας, ως και το Τουρκεστάν. Η άνοδος όμως του Στάλιν στα ηγετικά κλιμάκια του κόμματος είναι αυτή που προσπόρισε και εξασφάλισε την δική του ανοδική πορεία δια της προσηλωμένης και πιστής αφοσίωσής του στον Πατερούλη. Την περίοδο μάλιστα 1925-1928 έφτασε να γίνει ο Πρώτος Γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚ Ουκρανίας, δηλαδή ο ντε φάκτο ηγέτης της Ουκρανίας. Βασικό του έργο ήταν η συνέχιση της «ουκρανοποίησης» της νέας σοβιετικής δημοκρατίας, θεμελιώνοντας δια της εκπαίδευσης και του πολιτισμού τον ουκρανικό χαρακτήρα της δημοκρατίας (γλώσσα, κουλτούρα, ακόμη και αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησία κλπ.) παράλληλα με την ενσωμάτωσή της στο οικονομικο-κοινωνικό σύστημα της ΕΣΣΔ, εξολοθρεύοντας ταυτόχρονα αντεπαναστάτες, κατασκόπους, ταξικούς εχθρούς κ.τ.ό. Λόγω της εχθρότητας που αντιμετώπισε η πολιτική του εκεί επέστρεψε στη θέση του ως γραμματέας της Κ.Ε. του κόμματος, υποστηρίζοντας και διευκολύνοντας την κυριαρχία του Στάλιν με κάθε τρόπο. Το 1929-1930 ήταν από τους βασικούς υπεύθυνους για την σκληρή εφαρμογή της οικονομική πολιτικής του Στάλιν στη γεωργία, με την κολλεκτιβοποίηση και αποκουλακοποίηση της Ουκρανίας η οποία συνέβαλε στον μεγάλο λιμό του 1932-1933 (Γολοντομόρ). Κατά την δεκαετία του 1930 ετέθη επικεφαλής της οργάνωσης και της κατασκευής του πρώτου Μετρό της Μόσχας, που έφερε δε και το όνομά του έως το 1955.

Το προσωνύμιο «σιδηρούς Λάζαρ» του το έδωσε ο ίδιος ο Στάλιν («ατσαλένιος άνδρας») διότι κατά την περίοδο της κολλεκτιβοποίησης και αποκουλακοποίησης εκτελούσε με αμεσότητα και σκληρότητα μα και επιτυχία τις εντολές του, απλώς εξολοθρεύοντας όποιον αντιστεκόταν. Η ζωή βέβαια τα έφερε έτσι που ο «σιδηρούς Λάζαρ», ο αποκαλούμενος και «ατμομηχανή», τοποθετήθηκε υπουργός (ναρκόμ) Σιδηροδρόμων μεταξύ 1935 και 1937 (κι ένα διάστημα το 1938), εφαρμόζοντας απαρέγκλιτα, πειθήνια και αδίστακτα τις εντολές του Στάλιν. Ίσως η ενασχόλησή του με τους σιδηροδρόμους και η σημασία που είχαν για την ανάπτυξη της σοβιετικής Ρωσίας να γεννούσε συνειρμικά κι αυθόρμητα κάποιους από τους εγκωμιαστικούς χαρακτηρισμούς που εκφωνούσε για τον μεγάλο ηγέτη: «ο μέγας οδηγός της ατμομηχανής της επανάστασης, ο σύντροφος Στάλιν… ο αγαπημένος, ο προσφιλής, ο δικός μας, ο πρώτος σιδηροδρομικός εργάτης, ο σύντροφος Στάλιν». Η αφοσίωση και η σχεδόν μεταφυσική του πίστη στον Στάλιν ήταν τέτοια, ώστε στο απόγειο της δόξας του το 1934-1935, κατά την διάρκεια των καλοκαιρινών διακοπών του Ιωσήφ Βησσαριόνοβιτς, τον αντικαθιστούσε στην προεδρία του Πολιτικού Γραφείου. Διόλου παράδοξο λοιπόν πως ο Καγκανόβιτς ήταν αυτός που επινόησε και τον όρο σταλινισμός, καθώς σε ένα δείπνο αναφώνησε: «Όλοι μιλούν διαρκώς για τον Λένιν και τον λενινισμό, μα ο Λένιν είναι ήδη νεκρός εδώ και χρόνια… Ζήτω ο σταλινισμός!».

Έχει ειπωθεί ότι ο Καγκανόβιτς επί Στάλιν αναδείχτηκε ως ο ισχυρότερος Εβραίος στην Σοβιετική Ένωση, κι αυτό παρά την αντισημιτική στάση του Στάλιν, (και παρά τον αντισημιτισμό του ίδιου, όπως έγραφε ο Χρουτσέφ). Όπως υποθέτουν όμως άλλοι –ίσως όχι αβάσιμα– κι ο ίδιος ο Καγκανόβιτς θα πρέπει να γνώριζε πως ο Στάλιν τον χρησιμοποιούσε ως προκάλυμμα προκειμένου να προωθεί επιτυχέστερα την αντισημιτική πολιτική του. Εργασιομανής, «αν και ως ένα βαθμό επιφανειακός στην εκτίμηση των προβλημάτων, ήταν ένας λαμπρός διαχειριστής. Ένας καθαρός νους και μία πανίσχυρη βούληση συνοδεύονταν από  μια παντελή έλλειψη των περιορισμών της ανθρωπιάς», αποφαίνεται ο Κόνκουεστ για τον «σιδηρούν Λάζαρο». Βέβαια, όπως ήταν αναμενόμενο, με την αποσταλινοποίηση περιθωριοποιήθηκε αλλά ποτέ δεν άλλαξε άποψη για την εκτίμησή του στον Στάλιν.

Κι ενώ οι Μπάμπελ και Τρότσκυ έπεσαν θύματα των σταλινικών εκκαθαρίσεων (κάποιες χιλιάδες ονόματα προς εκκαθάρισιν είχε παραδώσει και ο ίδιος ο «σιδερένιος Λάζαρος» στις λίστες του προς τον Πατερούλη), ο Καγκανόβιτς, σε καταφανή αντίθεση με τους δυο ομοφύλους του, ο φίλος και λάτρης του Στάλιν, εκ της φιλίας και της αφοσίωσης αυτής, μακροημέρευσε και πέθανε σε ηλικία 98 χρονών στις 25 Ιουλίου 1991. Έχοντας ζήσει την γέννηση και την δημιουργία της Σοβιετικής Ένωσης, την σταλινική παντοδυναμία και την αποσταλινοποίηση, έκλεισε τα μάτια μόλις πριν δει και την κατάρρευση της ΕΣΣΔ· η Σοβιετική Ένωση διαλύθηκε πέντε μήνες μετά τον θάνατό του.  Όταν πέθανε, ήταν ο τελευταίος επιζών ‘Παλαιός Μπολσεβίκος’.

Μίλησα πιο πάνω και για ένα –επιπλέον– κοινό στοιχείο που στίζει τις ζωές και των τριών επαναστατών, σαν ένας σταθμός μιας κοινής θητείας κι αναρωτιέμαι μήπως ενδόμυχα αυτό τους είχε συνάψει μέσα μου ώστε να αναδυθούν τώρα με αφορμή την εβραϊκή παρουσία στην Ουκρανία. Είδαμε πόσο στενά συνδέθηκε ο Τρότσκυ με τα τραίνα κατά την επανάσταση αλλά και την εμπλοκή του Καγκανόβιτς με τις τροχιές των σιδηροδρόμων και του μετρό της Μόσχας. Ο Μπάμπελ, αν και γράφει για τις περιπέτειες του ιππικού, στα διηγήματά του συχνά πυκνά παρουσιάζονται τα τραίνα που χρησιμοποίησε η επανάσταση κατά τις πολεμικές επιχειρήσεις, τραίνα που μεταφέρουν στρατιώτες και όλα τα αναγκαία για τη συντήρησή τους (ρούχα, πλύστρες), που έχουν τυπογραφείο, τα τραίνα του πολιτικού τμήματος, τα τραίνα της προπαγάνδας. Τα τραίνα κι οι σιδηροτροχιές τους, ο καπνός και τα σφυρίγματά τους, οι σταθμοί, οι άνθρωποι, τα πολεμοφόδια, οι προμήθειες και τα αγαθά που μεταφέρουν, απ’ άκρη σ’ άκρη της αχανούς ρώσικης γης… ο σιδηρόδρομος, στον πόλεμο και στην ειρήνη, που την αναγκαιότητά του για την ενότητα και την ανάπτυξη της Ρωσίας την συνέλαβε και την έκαμε πράξη ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα η τσαρική Ρωσία από τη μια άκρη ώς την άλλη της,  και μες από τους βίους αυτών των τριών Εβραίων επαναστατών και μες από τα έργα τους, αποκαλύπτει την κομβική σημασία που εξακολούθησε να έχει και για την δημιουργία, την ανάπτυξη (και την βιομηχανοποίηση) και την ενότητα της ανερχόμενης ΕΣΣΔ, της νέας πατρίδας που αγωνίστηκαν κι αυτοί οι τρεις Εβραίοι από την Ουκρανία να θεμελιώσουν, ασχέτως προς την προσωπική έκβαση και τις τροπές που πήρε ο βίος και η μοίρα ενός εκάστου.

Ο σιδηρόδρομος, τα τραίνα κι οι ράγες τους, που κουβαλούν ανθρώπους κι αγαθά τον καιρό της ευημερίας, κι άλλοτε στοιβάζουν και φυγαδεύουν τ’ ανθρώπινο ψυχομέτρι με τα ελάχιστα, αναγκαία μπαγκάζια του, σαν παίρνει τον δρόμο της προσφυγιάς.

Υποσημειώσεις

[1] Βιβλίο που ένεκα της φήμης που προσπόρισε στον Μπάμπελ, έγινε αφορμή να χαρακτηρίσει ο Μπόρχες τον συγγραφέα homo unius libri, κι όχι βεβαίως λόγω της συγγραφικής παραγωγής του Ισαάκ Εμμανουήλοβιτς. 

[2] Χοντρά πανιά που τυλίγουν τα πόδια τους οι χωριάτες, αντί για κάλτσες [σχόλιο του μτφρ.].

Βιβλιογραφική σημείωση:

Για Το κόκκινο ιππικό του Μπάμπελ, χρησιμοποιώ την μετάφραση του Π. Κουγιουμτζόγλου. Οι παραπομπές του Η. Έρενμπουργκ, προέρχονται από τη μετάφραση του Άρη Αλεξάνδρου, Άνθρωποι, χρόνια, ζωή (Απομνημονεύματα), 3ος τόμος. Τις περισσότερες πληροφορίες άντλησα από τα παρακάτω βιβλία:
Nadezhda Mandelstam,  Hope Against Hope
Trotsky, My Life
E. A. Rees, Iron Lazar  
E. A. Rees, Stalinism andSoviet Rail Transport, 1928-41S
imon S. Montefiore, Stalin: The Court of the Red Tsar
Robert Service, Trotsky: A Biography
Ζ.-Μ. Γκυστάβ λε Κλεζιό, Ντιέγκο και Φρίντα
Γιώργος Πιτροπάκης,  Υπερσιβηρικός: ένα τραίνο που το λένε Ρωσία

*[Δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό Νέο Πλανόδιον, 10-3-2022, εδώ].

Ο Τσέχωφ ταξιδεύει στην ‘Ελβετία του Ντονέτς’ και στα μοναστήρια του

Copyright  AP Photo/Andriy Andriyenko

Στις 5 Μαΐου 1887, ο Άντον Τσέχωφ γράφει στον Λέϊκιν (ακολουθώ τη μετάφραση της Μέλπως Αξιώτη):

Τώρα πάω στο Σλαβιάνσκ κι’ από κει στα Άγια Όρη όπου θα περάσω τρεις-τέσσερεις μέρες με νηστεία και προσευχή. Από τα Άγια Όρη, επιστροφή στο Ταϊγάνι.
Φοβερό πράμα: έχω πενήντα τρία ρούμπλια όλα κι’ όλα. Πρέπει να σφιχτώ και να καταπίνω το σάλιο μου αντί να τρώω. Τώρα ταξιδεύω Τρίτη θέση κι’ όταν δε θα μου μένουν παραπάνω από είκοσι ρούμπλια, θα του δίνω για τη Μόσχα, για να μην πέσω στην αλητεία. […]
Τον τελευταίο καιρό ήμουν στην «Ελβετία του Ντονιέτς», στο κέντρο αυτού που λέγεται οροσειρά του Ντονιέτς: βουνά, λίμνες, δασάκια, ποτάμια και η στέπα όπου γυρίσεις να δεις! Έμεινα στο σπίτι ενός απόστρατου κοζάκου υπολοχαγού, που έχει ένα απόμερο κομμάτι γης. Μου μαγειρέψανε χήνα βραστή, με βάλανε να κοιμηθώ σ’ ένα ξύλινο ντιβάνι, τη νύχτα με ξυπνούσαν οι τουφεκιές –εδώ τις κότες και τις χήνες δεν τις σφάζουν, τις σκοτώνουν με το τουφέκι– και τα γαυγίσματα των σκύλων που δέρνουν, ωστόσο η ζωή ήταν πολύ ευχάριστη. Και πλήθος οι εντυπώσεις.
~·~
Έχοντας ήδη πια επιστρέψει στο Ταγκανρόγκ (το Ταϊγάνι των Ελλήνων), στις 11 Μαΐου 1887, περιγράφει στην αδελφή του Μαρία και στην οικογένειά του, αυτή την επίσκεψή του στην Λαύρα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, στην απόκρημνη δεξιά όχθη του ποταμού Σεβέρτσκι Ντονέτς, στα Άγια Όρη της περιφέρειας του Ντονέτσκ. Αντιγράφω:

Συνεχίζω, κατασυγκινημένος. Από το σπίτι του Κραφτσόφ πήγα στα Άγια Όρη. Για να φθάσω στη σιδηροδρομική γραμμή του Αζόφ έπρεπε να πάρω τη γραμμή Κρέστναγια προς Κραματαρόφκα. το σιδηροδρομικό δίκτυο του Ντονιέτς είναι κάπως έτσι:

Το στρογγυλό της μέσης είναι ο σταθμός του Ντεμπόλτσεβο, όλα τ’ άλλα είναι κάτι Μ[π]αχμούτ, κάτι Ιζιούμ, Λισιτσάνσκι, Λουγκάνσκι, και άλλες φρικαλεότητες. Όλες οι σιδηροδρομικές γραμμές μοιάζουν σαν τα Καμπουροβάκια [φιλική τους οικογένεια], κι’ έτσι από το Ντεμπάλτσεβο μπορείς κάλλιστα να κάμεις λάθος στο τραίνο, όπως μπερδεύεις στο σκοτάδι τον Βέστα και τον Παραχαράκτη [τα σκυλιά των Λεβιτάν και Κισελιόφ]. Αποκαλύφθηκε ότι είμαι τόσο στοχαστικός κι’ επιτήδειος, που δεν έκαμα λάθος στο τραίνο κι’ έφθασα χωρίς εμπόδια στην Κραματαρόφκα στις επτά το βράδυ. Εκεί, ζέστη αποπνιχτική, μυρωδιά καρβουνίλας […]. Από την Κραματαρόφκα παίρνω τη γραμμή Αζόφ για να πάω στο Σλαβιάνσκ. Σκοτάδι. Οι αμαξάδες δε δέχονται να με πάνε νύχτα στα Άγια Όρη, με συμβουλεύουν να κοιμηθώ στο Σλαβιάνσκ και το κάνω ευχαρίστως, γιατί είμαι ξεθεωμένος κι’ από τον πόνο κουτσαίνω χειρότερα από χίλιους Λέϊκιν. Απ’ το σταθμό στην πόλη με αμάξι, τριάντα καπίκια.
Η πόλη είναι κάτι σαν το Μιργκορόντ του Γκόγκολ, έχει ένα κουρείο, ένα ρολογάδικο, μπορείς λοιπόν να υπολογίζεις πως σε χίλια χρόνια το Σλαβιάνσκ θα έχει ακόμα και τηλέφωνο. Στους τοίχους και στις μάντρες βλέπεις ρεκλάμες για το τσίρκο, δίπλα στους φράχτες, ακαθαρσίες και γαϊδουράγκαθα, στους χορταριασμένους χωματόδρομους περιφέρονται γουρουνάκια, αγελάδες και άλλα κατοικίδια ζώα. Τα σπίτια έχουν ένα καλοκάγαθο και χαδιάρικο ύφος, σαν κάτι χοντρές γυναικούλες, η δημοσιά είναι λασπουδερή, οι δρόμοι πλατείς, ο αέρας μοσκοβολά πασχαλιές και ακακίες, ακούς από μακριά να κελαϊδούν τ’ αηδόνια, βατράχια να κράζουν, ακούς κανένα σκυλί, καμιά φυσαρμόνικα, ή καμιά γυναίκα να φωνάζει […]
Το πρωί, καιρός υπέροχος. Καθώς είναι μεγάλη γιορτή [6 Μαΐου, γενέθλια του τσάρεβιτς Νικολάου Β΄], σημαίνουν οι καμπάνες της Μητρόπολης. Τελείωσε η λειτουργία και βλέπω να βγαίνουν από την εκκλησία αστυνομικοί, ειρηνοδίκες, στρατιωτικοί και άλλοι βαθμούχοι του καλού κόσμου. Αγοράζω για δυο καπίκια σπόρους ηλιοτρόπιου, και νοικιάζω για έξη ρούμπλια μαι καρότσα με σούστες για να πάω και να ’ρθω από τα Άγια Όρη μέσα σε δυο μέρες. Βγαίνω από την πόλη από κάτι δρομάκια πνιγμένα κυριολεκτικά στις κερασιές, μπουρνελιές και μηλιές. Τα πουλιά κελαϊδούν αδιάκοπα. Οι ντόπιοι που συναντώ, με παίρνουν σίγουρα για τον Τουργκένιεφ και μου βγάζουν τους σκούφους τους. Ο αμαξάς μου ο Γκριγόρι Πολενίτσκα πηδά όλη την ώρα απ’ το κάθισμά του για να ταχτοποιήσει τα γκέμια ή να δώσει καμιά καμιτσκιά στους μάγκες που τρέχουν πίσω απ’ την καρότσα… Πάνω στο δρόμο βλέπεις βαδίζουν στην αράδα προσκυνητές. Παντού τριγύρω ξασπρίζουν βουνά και λόφοι, πέρα-κει ο γαλάζιος ορίζοντας, ψηλά στάχυα, που και που δάση από πλατάνια· άλλο τίποτα δε λείπει, οι κροκόδειλοι και τα φίδια.
Έφθασα στα Άγια Όρη το μεσημέρι. Το μέρος είναι ωραιότατο και πρωτότυπο. Το μοναστήρι βρίσκεται πάνω στην όχθη του Ντονιέτς, στα ριζά ενός πελώριου λευκού βράχου όπου σκαρφαλώνουν κλιμακωτά, δίπλα-δίπλα, αμέτρητα κηπαράκια, πλατάνια κι’ εκατοχρονίτικα πεύκα. Θαρρείς πως τα δέντρα δε χωρούν πάνω στο βράχο και κάποια δύναμη τα σπρώχνει όλο και πιο ψηλά. Τα πεύκα κρέμονται κυριολεκτικά στον αέρα, ακόμα λίγο θα κατρακυλούσαν, οι κούκοι και τ’ αηδόνια δε σταματούν μέρα και νύχτα.
Οι καλόγηροι, πολύ συμπαθητικοί άνθρωποι μου δώσανε μια κάμαρα αντιπαθητική, μ’ ένα στρώμα σαν κουρελού. Έμεινα στο μοναστήρι δυο νύχτες κι’ έχω πλήθος εντυπώσεις. Είδα να καταφθάνουν για του Αγίου Νικολάου δεκαπέντε χιλιάδες προσκυνητές κι’ απ’ αυτούς, τα εννέα δέκατα ήταν γριούλες. Δεν το ’ξερα ακόμα πως υπάρχουν τόσες γριές στον κόσμο, ειδεμή από καιρό τώρα θα είχα τινάξει τα μυαλά μου στον αέρα… Για τους καλόγηρους, τις σχέσεις μου μαζί τους, για το πώς γιατροπόρεψα καλόγηρους και γριές, θα γράψω στους «Νέους Καιρούς» και θα σας τα πω όταν ιδωθούμε. Οι ιερουργίες δεν έχουν τελειωμό. Τα μεσάνυχτα, χτυπά ο Όρθρος, την αυγή στις πέντε η πρώτη λειτουργία, στις εννέα η τελευταία στις τρεις το απόγεμα ο Ακάθιστος, στις πέντε ο Εσπερινός, στις έξη το Απόδειπνο. Πριν από κάθε ιερουργία, ακούς μέσα στους διαδρόμους ένα καμπανάκι να θρηνεί και τρέχει ένα καλόγηρος φωνάζοντας σαν κανένας πιστωτής που παρακαλεί το χρεοφειλέτη του να του δώσει έστω πέντε καπίκια στο ρούμπλι.
―Κύριε ημών Ιησού Χριστέ, ελέησον ημάς! Ο Όρθρος σημαίνει, ο Όρθρος!
Δε σου ’ρχεται να μείνεις κλεισμένος στην κάμαρά σου, λοιπόν, σηκώνεσαι και φεύγεις. Βρήκα μια θεσούλα στην ακροποταμιά του Ντονιέτς και κάθισα εκεί όσο διάστημα κράτησε η τελετή.
Αγόρασα ένα εικονισματάκι για τη θεία Φιόντοσια Γιακόβλεβνα.
Τροφή μοναστηριακή δωρεάν για δεκαπέντε χιλιάδες άτομα: ξυνό λάχανο και ψαρόσουπα από παστούς γοβιούς. Πολύ καλά και τα δυο, όπως και το ψωμί της σίκαλης.
Η καμπανοκρουσία είναι θαυμάσια, οι ψάλτες σκάρτοι. Πήρα μέρος σε λιτανεία μέσα σε βάρκες.
Σταματώ την περιγραφή για τα Άγια Όρη, δε μπορεί να τα πεις όλα μαζί τόσο βιαστικά, θα χάσουν πολύ. Στην επιστροφή μου περίμενα έξη ώρες στο σταθμό. […]
Μια ολόκληρη νύχτα στην τρίτη θέση, μέσα σ’ ένα τραίνο που αγκομαχά, ψωριάρικο κι’ ελεεινό, που φορτώνει επιβάτες μαζί μ’ εμπορεύματα. Είμαι ψόφιος απ’ την κούραση […].

ΥΓ. Η περιοχή καθώς και η Λαύρα των Αγίων Ορέων δεν έμειναν απρόσβλητες από την ρωσική εισβολή και τον πόλεμο που ακόμα μαίνεται στην Ουκρανία. Έχουν μάλιστα καεί και καταστραφεί και ορισμένες σκήτες σε παραπλήσια χωριά. Από την ουκρανική κυβέρνηση, οι ευθύνες αποδίδονται στους Ρώσους, με τους Ρώσους να ισχυρίζονται το αντίθετο (https://www.euronews.com/2022/06/05/historic-wooden-orthodox-church-burns-down-in-donetsk-monastic-complex).

Το Έπος του Γκιλγκαμές στην ποίηση του Η. Λάγιου

Γεννιέται ανήμερα του Αθανασίου του Αθωνίτη (5/7/1958) ο Ηλίας Λάγιος («κι ἐγὼ ὁ Ἀθανάσιος, κι ἐγὼ ὁ Ἠλίας…»), σταγόνα και δάκρυ πολυτίμητο που κύλισε απ᾽ τον Άραχθο τον ποταμό
«―τὸν μεγαλύτερο, τὸν εὐεργετινό,
τὸν πλέον συγκινημένο ποταμὸ τοῦ κόσμου―»
στη θάλασσα της ελληνικής ποίησης
~·~
σὰν μάνα πάνω ἀπ᾽ τὸν μονογενὴ
τὸ πρόσωπό μου σκέπει τὸ δικό σου·
σὰν σκαλιγμένο μάλαμα
μὲς στὰ βυζιά μου θὰ σὲ θἐσω·
τὴ νύχτα θὰ σκεπάζω σε
τὴ μέρα θὰ σὲ ντύνω·
ἄχ, μικρό μου, μὴν φοβᾶσαι·
ἄχ, ποὺ μὄχεις μεγαλώσει

{από το Χρονικό, Πράξη ὑποταγῆς (2000)}
~·~
Στην Νέα Εστία που πρωτοδημοσιεύτηκε το πενταμερές Χρονικό (Νοέμβριος του ᾽98), εντός ακροτελευτίου παρενθέσεως σημείωνε ο Ηλίας πως ετούτο το κομμάτι (εκεί είχε κι αρίθμηση, IV) μαζί με το δεύτερο «εἶναι ἡ συμβολὴ τοῦ Ἔπους τοῦ Γιλγαμὲς στὸ Χρονικό».
Νομίζω πως ο απόηχος του σουμεριακού έπους που ήρθε και φώλιασε σ᾽ αυτό το ποίημα σχετίζεται με τον θρήνο του Γκιλγκαμές για τον νεκρό του φίλο Ενκιντού. Αντιγράφω από τη μετάφραση της Αύρας Ward:
«…Τι είναι τώρα αυτός ο ύπνος που σ᾽ έπιασε;
Κοιμάσαι και να μ᾽ ακούσεις δε μπορείς!
Τα μάτια του αυτός πια δε σηκώνει.
Αγγίζει την καρδιά του, μα εκείνη δε χτυπά.
Τον φίλο του σα νύφη σκέπασε.
τριγύριζε από πάνω του σαν αετός.
Σαν λέαινα που τα κουτάβια της πέσανε σε παγίδα.
Βημάτιζε ασταμάτητα μπρος στο ανάκλιντρό του…». Κι εν συνεχεία προστάζει ο Γκιλγκαμές να κάμουν ένα άγαλμα του νεκρού Ενκιντού «το στήθος από λαζούριο ήτανε κι από χρυσό το σώμα».

Ένας τέτοιος θρήνος έχει το σύστοιχό του (ακόμα και το εικονιστικό) στον θρήνο του Αχιλλέα για τον νεκρό Πάτροκλο:
«παννύχιοι Πάτροκλον ἀνεστενάχοντο γοῶντες.
τοῖσι δὲ Πηλεΐδης ἁδινοῦ ἐξῆρχε γόοιο
χεῖρας ἐπ᾽ ἀνδροφόνους θέμενος στήθεσσιν ἑταίρου
πυκνὰ μάλα στενάχων ὥς τε λὶς ἠϋγένειος,
ᾧ ῥά θ᾽ ὑπὸ σκύμνους ἐλαφηβόλος ἁρπάσῃ ἀνὴρ…»
(Ιλιάδα, Σ 315-319).

Τα υπόλοιπα είναι δουλειά του ποιητή.

Πασχαλιάτικο χανάμι στο Τόκυο

Στη ζωή μου κάποτε μού χαρίστηκε ένα ανοιξιάτικο χανάμι, στην Ιαπωνία· το μόνο. Μετά από χρόνια κάμποσα, βρέθηκα μια Πασχαλιά στο Τόκυο να κυνηγώ τα ίχνη από ένα άλλο χανάμι που αργόσβηνε, καθώς φθίναν τ’ άνθη της σακουρά, στης άνοιξης το γρήγορο το διάβα.

Έπαψ’ ο ρυθμός
από ναό σε ναό πέφτουν
τα κερασάνθια

Έτσι καθώς το θέλει τ’ όμορφο ετούτο χάϊκου, έσβηνε απαλά και σιγαλά, από περιοχή σε περιοχή, η μια μετά την άλλη η ανθοφορία των κερασιών στην Ιαπωνία ολάκερη, υπό τους ήχους των ρυθμικών χτύπων για τις τελετουργίες από ναό σε ναό.

Βράδιαζε πια σαν περάσαμε την πόρτα του ξενοδοχείου στο Τόκυο. Μεγαλοπαράσκεβο στην Ελλάδα, μα στην Ιαπωνία σκέφτηκα πως δεν σιγοπνέει κι ούτε ανασαίνει τ’ αεράκι του ανοιξιάτικου επιταφίου. Παρά την ίσως συγγενή κάπως αίσθηση που εξωτερικά αντιλαμβάνεται κανείς ανάμεσα στο χανάμι και τον επιτάφιο, νιώθω πως υπάρχει διαφορά βαθειά. Η ενατένιση των ανθών της σακουρά, το γιαπωνέζικο χανάμι, είναι η ενατένιση του εφήμερου, της κορύφωσης της ομορφιάς σε μια στιγμή μες στην αιώνια εναλλαγή και την φθορά των πάντων· του ενός ανασασμού που κρατάει της ζωής τ’ άνθισμα. Λέω ενατένιση, δεν ξέρω αν καν μπορώ να μιλήσω για θαυμασμό. Ο επιτάφιος, έξω από θρήνος, είναι ταυτόχρονα κι ελπίδα της Ανάστασης (τουλάχιστον για όσους χριστιανούς), ή της αναγέννησης κι αναζωογόννησης των πάντων με τον ερχομό της άνοιξης (για όσους θέλουν μέσα του να βλέπουν μόνον τις παγανιστικές επιβιώσεις που σοφιλιάστηκαν στον ενιαύσιο τελεστικό κύκλο της γιορτής. Όσο για τις σικελιανικές και σεφερικές αναφορές στον Άδωνη μού μοιάζουν μάλλον με φιλολογικές ενημερώσεις –update– του ελληνικού ποιητικού τοπίου, ερανισμένες από τον Χρυσό κλώνο του Φρέϊζερ και τη Waste land του Έλιοτ· στηρίζονται μεν στην κυκλική ροή του εορταστικού χρόνου και στην ελληνική συνέχεια, λησμονούν όμως τη Σταύρωση. Ίσως όμως αυτή η, ενιαυσίως αναζωογονητική τής φύσης, ανοιξιάτικη αναγέννηση να φέρνει εγγύτερα στη μεσογειακή άνοιξη το γιαπωνέζικο χανάμι· ίσως…)

Με κάτι τέτοιες σκέψεις να τριβελίζουν το μυαλό μου, βγήκα βιαστικά –και λίγο  μελαγχολικά είν’ η αλήθεια, μα όχι στο μπαλκόνι, όπως ο ποιητής– να τριγυρίσω και να ιδώ «ολίγη αγαπημένη πολιτεία,
ολίγη κίνησι του δρόμου και των μαγαζιών». Τράβηξα λοιπόν προς το Σιντζούκου, όπως κι άλλοτε. Η βουή του κόσμου κι η χαρά του, το πηγαινέλα το ασταμάτητο, η διασκέδαση, τα γέλια κι οι ζωηρές συζητήσεις του, αποδιώχνουν ενίοτε την μελαγχολία, έστω για λίγο. Περπατώντας στα σοκάκια του Σιντζούκου, σύντομα τα βήματά μου, μαθημένα από την προηγούμενη φορά, με οδήγησαν δίπλα σ’ ένα μικρό ‘κοιμητήριο’, με ορθωμένες τις μακρόστενες νεκρικές επιγραφές.

Στ’ Άδη τη στέγη
επάνω περπατάμε
κοιτώντας τ’ άνθια.
(Κομπαγιάσι Ίσσα).

Σαμσάρα, μετενσάρκωση, νιρβάνα ο βουδδισμός, πνεύματα κι ανιμισμός το σίντο. Ο χριστιανισμός κι η ανάσταση πού να ’βρουν τόπο να σταθούν μες στην ιαπωνική ψυχή; Κάποτε μου ακουγόταν ως και παράδοξο αστείο, αλλά έχοντας πια διαβάσει την περιβόητη Σιωπή του Σιουσάκου Έντο και δει και την ομότιτλη ταινία του Σκορτσέζε γνώριζα για την είσοδο του καθολικού χριστιανισμού στην χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου, μα και για το μαρτυρικό κι αιματοκυλισμένο ξερίζωμά του. Άφωνο μ’ είχε αφήσει η ιαπωνική εφευρετικότητα για την αποστασία των χριστιανών με την πρακτική του φουμι-έ, να πατήσει δηλαδή ο κατηγορούμενος χριστιανός πάνω σε ένα εικόνισμα του Ιησού ή της Θεοτόκου και ν’ αποκηρύξει έτσι την πίστη του.
Μήπως ο δικαστής κι ‘ιεροεξεταστής’ Ινοουέ μαζί με τον αποστάτη ιεραπόστολο Φερέϊρα της Σιωπής είχαν δίκιο; Η χώρα ετούτη ήταν τελικά ένας βάλτος, και το δεντράκι του χριστιανισμού καταδικασμένο να σαπίζει από τις ρίζες του, τα φύλλα του να κιτρινίζουν και να μαραίνονται;

Με το πρωινό ξύπνημα της πολυάνθρωπης πολιτείας χωθήκαμε στην γαλήνη του πάρκου Ουένο, να αποθαυμάσουμε τα τελευταία σημάδια του φθίνοντος χανάμι. Αν και πέρασε η εβδομάδα της πλήρους ανθοφορίας τους, τα σημάδια της –εκλίπουσας και γοργά μεταβαλλόμενης– ομορφιάς παραμένουν ακόμη στα κλαριά. Οι ντόπιοι δείχνουν να τα προσπερνούν ασυγκίνητοι, έχοντας ήδη δει τη ζωή τους στην κορύφωσή της, πριν από λίγες μόλις μέρες. Για έναν Έλληνα όμως όλο το ξέφρενο λευκό κι αχνορόδινο πέπλο που απλώνει παντού δεν παύει να θυμίζει τους ορμητικούς χειμάρρους της άνοιξης (ας είν’ καλά οι αμυγδαλιές, οι πρώιμοι άγγελοί της). Άφησα το μοναδικό Εθνικό Μουσείο για αύριο τ’ απομεσήμερο.

Από εκεί ξεκινήσαμε για την Ασάκουσα, τον ναό του Σένσο-τζι, το σπίτι του Βούδδα της συμπόνιας, του μποντισάτβα Αβαλοκιτεσβάρα της ινδοβουδδικής παράδοσης, της Κάννον της κινέζικης οικείωσης και ‘μετάφρασής’ της. Εκεί σύμφωνα πάντα με τους ζωοποιούς (μα κι ιδρυτικούς εν προκειμένω) θρύλους, δυο αδελφοί ψαράδες πιάσαν στα δίχτυα τους ένα μικρό άγαλμα ενός μποζάτσου (ο μποντισάτβα στα ιαπωνικά) Βούδδα το 628 κι εκεί θεμελιώθηκε σύντομα ο πρώτος και παλιότερος βουδδιστικός ναός στο Τόκυο.

Πριν μπούμε στο ναϊκό σύμπλεγμα, αντικρίζω δεξιά κι αριστερά να περικλειούν την νότια πύλη οι δυο τεράστιοι φύλακες του ναού, οι Νίο (οι ιαπωνικές μεταμορφώσεις της νταρμαπάλα της βουδδικής παράδοσης). Εντυπωσιακό το μέγεθός τους κι η αγριωπή, τρομερή τους όψη. Ο δεξής έχει ανοιχτό το στόμα του προφέροντας το πρώτο γράμμα «α» του σανσκριτικού αλφάβητου κι ο αριστερός σφιχτά κλείνει τα χείλια του στο έσχατο γράμμα «ουν», που και τα δυο μαζί συλλαβίζουν τη λέξη «άουμ», την γέννηση και τον θάνατο του παντός, την αρχή και το τέλος όλων των πραγμάτων. Ανάμεσα στις δυο αυτές εσχατιές περνάει κάθε ζωή, σαν μέσα από όχθες διαβαίνει το γοργό ρυάκι κάθε βίου, προσπαθώντας μήπως τις ψελλίσει σε μία και μόνη λέξη, να τις ενοποιήσει σε μια και μόνη υπέρβαση κάθε μερικής ‘πραγματικότητας’.
(Η αλήθεια είναι πως δεν μπόρεσα να αποφύγω έναν αθέλητο κι αμυδρό συνειρμό με τους αρχαγγέλους φύλακες Μιχαήλ και Γαβριήλ που ουράνιοι κι αυτοί φρουροί στέκουν στις πυλές του ιερού δεξιά κι αριστερά.)

Προχωρήσαμε προς το μουσείο Έντο-Τόκυο, που εκθέτει μακέτες και ομοιώματα κτηρίων από την εποχή της μετάβασης του Έντο προς το σύγχρονο Τόκυο, κατά την περίοδο Μέϊτζι. Στο κέντρο των εκθεμάτων, μεταξύ δύο ορόφων, διασχίζεις ένα εντυπωσιακό φυσικού μεγέθους ομοίωμα της γέφυρας Νιχόνμπασι. Το μάτι μου συγκράτησε μια φευγαλέα, παράδοξη, όπως την ένιωσα τότε, εικόνα, που την αποτύπωσε στιγμιαία κι ασυναίσθητα κι ο φακός της φωτογραφικής μηχανής, την μακέτα ενός στιβαρού ρώσικου, χριστιανικού ναού. Δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία, το προσπέρασα περιδιαβαίνοντας τις διάφορες όψεις που άλλαζε η πόλη σαν μεταμορφωνόταν σε πρωτεύουσα πόλη ιαπωνική, αναμειγνύοντας σε ένα καινούργιο, ιδιαίτερο, κράμα την ιαπωνική ψυχή της με τους ξένους, δυτικούς, νεωτερισμούς.

Αργά το απόγευμα, μετά την επίσκεψη στο ιερό Μέϊτζι,  η βόλτα συνεχίζεται στο διπλανό Ομοτεσάντο. Ήδη πριν καθήσουμε για φαγητό σε ένα εστιατόριο, γύριζε στον νου η εικόνα του ρώσικου ναού. Κι αν τελικά γιορτάζεται η ορθόδοξη Ανάσταση και στην Ιαπωνία; Κι αν κόντρα σε ό,τι βάνει στο στόμα του Ινοουέ και του αποστάτη Φερέϊρα ο Έντο, εντέλει βλάστησε το δέντρο του χριστιανισμού στον βάλτο της Ιαπωνίας; Τότε λοιπόν, γιατί απ’ το αιματοποτισμένο δεντρί του χριστιανισμού στην χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου να μην άνθισε και το κλωνί της ορθοδοξίας; Μήπως και υπάρχει ορθόδοξη εκκλησιά; Ρώτησα από δω ρώτησα από κει, έψαξα στο διαδίκτυο. Και ναι, η μακέτα της εκκλησίας που είχα δει παρουσίαζε τον ναό της Αναστάσεως, τον καθεδρικό ναό της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ιαπωνίας! Στο τραπέζι σαν ανταλλάσαμε πασχαλινές ευχές, έριξα την ιδέα στους συνταξιδιώτες. Μαζί με κανα δυο άλλους από την παρέα, αποφασίζουμε να πάμε, με την ακλόνητη ελληνική βεβαιότητα ότι η Ανάσταση θα γίνεται κι εδώ τα μεσάνυχτα απαρεγκλίτως. Ο σταθμός μάλιστα του μετρό ήταν και σχετικά κοντά. Κατεβήκαμε και περάσαμε το ποτάμι της Κάντα κι ανηφορίσαμε προς την μαλακή πλαγιά του κάποτε λόφου μέσα στην ησυχία της βραδιάς. Ο ναός που κάποτε ατένιζε απ’ τα ψηλώματα το αυτοκρατορικό παλάτι, σήμερα βρίσκεται περικυκλωμένος από πανύψηλα κτήρια.

Περνώντας τον περίβολο, βλέπουμε τους ανθρώπους να βγαίνουν από τον ναό με κεριά στα χέρια για την καθιερωμένη αναστάσιμη πομπή και λιτάνευση που συνηθίζουν οι Ρώσοι. Παπάδες με άμφια ορθόδοξα, εικόνες και λαμπάδες, και ψαλμωδίες αναστάσιμες εις άψογον ιαπωνικήν… Μέγα θαύμα! Παραδίπλα μάλιστα, συναντήσαμε και κανα δυο ζευγάρια Ελλήνων ταξιδιωτών, που κι αυτοί σαν κι εμάς ακούσαν πως υπάρχει ορθόδοξη εκκλησιά και πέρασαν για την Ανάσταση. Η ιαπωνική φροντίδα κι επιμέλεια σχεδόν ψυχαναγκαστικώ τω τρόπω είχε επιβάλλει την αυστηρή οριοθέτηση του χώρου της περιφοράς κι ο επιφορτισμένος προς τούτο Γιαπωνέζος ‘νεωκόρος’ κρατώντας το ειδικό ραβδί με φωτισμό νέον επέμενε για την συμμόρφωση των ακολουθούντων πιστών προς τις οδηγίες του. Προτίμησα να μην ακολουθήσω τους εξερχόμενους πιστούς αλλ’ αντ’ αυτού να εισέλθω στην άδεια εκκλησία να ανάψω ένα κερί. Το εσωτερικό της βυζαντινορώσσικο, τόσο αρχιτεκτονικά όσο και εικονογραφικά, το γιατί το έμαθα εκ των υστέρων. Ο κόσμος πολύς και πολύεθνος, Γιαπωνέζοι, Ρώσοι, Σλάβοι, Ευρωπαίοι (κρίνοντας από τις γλώσσες που συγκεχυμένα έφταναν στ’ αυτιά μου). Σε λίγο η πομπή με προεξάρχοντες έναν επίσκοπο και τους ιερείς γύρισε πάλι πίσω και στάθηκε πάνω στο πλατύ κεφαλόσκαλο της εισόδου για να διαβάσουν το αναστάσιμο ευαγγέλιο και να ψάλλουν την Ανάσταση· παπάδες, διάκοι, παπαδάκια, εξαπτέρυγα, θυμιατά και λαμπάδες. Αμέσως μετά την ψαλμωδία στα ιαπωνικά ακούω, με τεράστια έκπληξη, το Χριστός Ανέστη στα ρώσσικα και κατόπιν στα ελληνικά. Στην συνέχεια, ο επίσκοπος με την λαμπάδα αναμμένη εύχεται στεντορείως Χριστός Ανέστη στα ιαπωνικά κι ανταπαντά ο κόσμος στην ίδια γλώσσα, κατόπιν πάλι Χριστός βοσκριέσε! Βοΐστινου βοσκριέσε! ανταπαντούν οι ρωσόφωνοι, και πάλι Χριστός Ανέστη! κι ακούω πίσω μου εκτός από μας να αντιγυρίζουν Αληθώς Ανέστη! ελληνικότατα μια ομάδα Γιαπωνέζων. Πλησιάζω να δω καλύτερα και –δεν πρόλαβα καν να ρωτήσω– η κυρία Ε. αυτοσυστήνεται και πιάνει αμέσως την κουβέντα. Αιγυπτιώτισσα, με χιώτικη αν θυμάμαι προέλευση, είχε παντρευτεί έναν Ιάπωνα· «ο Κώτσος», μας λέει περήφανα, «τους βάφτισα κανονικά, τους έκανα ορθόδοξους», κι από δίπλα κάνα δυο νέα ζευγάρια με δυο-τρία παιδόπουλα, ευγενικά και με τις γνωστές ιαπωνικές υποκλίσεις ψέλλιζαν διακριτικά σαν χαιρετισμό Χριστός Ανέστη! στα ελληνικά. «Να ’στε καλά βρε παιδιά, που ήρθατε φέτος! Πόση χαρά μου δώσατε! Επιμένω κάθε χρόνο να λένε και στα ελληνικά το Χριστός Ανέστη! αλλά από κάτω είμαστε μονάχα εμείς. Το καταχάρηκα φέτος που ακούστηκε δυνατά από τόσα στόματα το  Αληθώς Ανέστη!» και συνέχισε την συζήτηση για τα πώς και τα γιατί με τους υπόλοιπους. Φιγούρα μητριαρχική, της ελληνικής διασποράς πουλί ξενιτεμένο κι ακατάβλητο, γυναίκα με ατσάλινη αυτοπεποίθηση, εσωτερική δύναμη και πείσμα κραταιό· δεν ξέρω πως θα ’ταν ως ελληνίδα πεθερά για τους Ιάπωνες γαμπρούς ή τις νυφάδες της (αν και δεν αποκλείω κάποιες πιθανές ωσμώσεις μεταξύ ιαπωνικών και ελληνικών παραδόσεων). Ο ‘Κώτσος’ πάντως, ευγενικός, με τα συγκρατημένα γελαστά του μάτια μάς ‘ακολουθούσε’ διαρκώς στο πλάϊ της. Σε λίγο πήραμε τον δρόμο του γυρισμού και στο ξενοδοχείο βάλθηκα να φτιάξω ένα μικρό βίντεο από την αναστάσιμη έκπληξη.

Η ορθόδοξη εκκλησία της Ιαπωνίας θεμελιώθηκε χάρη στην ιεραποστολική δραστηριότητα και τον ζήλο μα και την εξαιρετική προσωπικότητα τού –αγίου, από το 1970– Νικολάου Κασάτκιν, ιερέα της ρωσσικής εκκλησίας (ως κι ο αυτοκράτορας της Ιαπωνίας έστειλε στεφάνι στην κηδεία του διάβασα). Και κατάφερε να χτιστεί στέρεα, γιατί από την αρχή πάτησε πάνω σε γερές και υγιείς ιεραποστολικές αρχές: ιερείς ντόπιοι, λειτουργική χρήση της ντόπιας γλώσσας, γνώση, σεβασμός και οικείωση/πρόσληψη πολιτισμικού περιβάλλοντος. Κι έτσι κατάφερε, παρά τις δυσκολίες που συνάντησε στην διαδρομή της και την –δικαιολογημένη– καχυποψία λόγω της πνευματικής της καταγωγής κι εξάρτησης από την Μόσχα, να υπάρχει ως αυτοκέφαλη εκκλησία σήμερα. Ακόμα όμως και για να πραγματοποιηθεί όλη αυτή η ιεραποστολική προσπάθεια χρειάζονταν να γίνουν κοσμογονικές αλλαγές. Τα «μαύρα πλοία» του ναυάρχου Πέρρυ το 1853, που επέβαλλαν βιαίως το άνοιγμα της χώρας στη δύση, για την ακρίβεια την οικονομική, εμπορική κλπ. διείσδυση της Δύσης στην χώρα, το άνοιγμα προξενείων κατόπιν, όπως του ρώσικου στο Χακοντάτε και τέλος η κατάργηση των νόμων που καταδίωκαν τον χριστιανισμό και η νομιμοποίησή του, το 1873, ανάμεσα σε άλλα. Ο ναός όντως είναι καθιερωμένος στην Ανάσταση του Χριστού, παντού όμως τον αναφέρουν ως Νικολάι-ντο. Νικολάι-ντο, ο ‘δρόμος’ του Νικολάου· το επίθημα ‘ντο’ που ακολουθεί και χαρακτηρίζει τόσες και τόσες εκφάνσεις της ιαπωνικής πολιτιστικής ιδιαιτερότητας, δεν άφησε απέξω εντέλει ούτε την πρόσληψη του ορθόδοξου χριστιανισμού. Χαρακτηριστικό της δύναμής της ή ενδεικτικό της αποδοχής της;

Αργά το πρωΐ της Κυριακής του Πάσχα στο τραίνο για την Καμακούρα. Ήλιος ζεστός και φως παντού, θάλπη ανοιξιάτικη. Ξέγνοιαστος κόσμος στην παραλία κάνει βόλτες, τσαλαβουτώντας στην άκρη των κυμάτων ενώ στην θάλασσα άλλοι κάνουν σερφ. Ένα αγόρι και μια κοπέλα, νεαρό ζευγάρι ντυμένο με τα παραδοσιακά κιμονό, αργοπερπατούν στην αμμουδιά πιασμένοι χέρι-χέρι. Η κοπέλα παίρνει ένα κλαρί κι αρχίζει να χαράζει στην υγρή άμμο λέξεις ιαπωνικές, εφήμερα σήματα, κι ο νεαρός, χαμογελώντας συγκρατημένα, την παρακολουθεί επιδοκιμαστικά. Θυμήθηκα τον Ιησού, σκυμμένο χάμω να γράφει με το δάχτυλο στο χώμα, λίγο πριν σηκώσει τα μάτια για να αποκριθεί στην ξέχειλη κι επίμονη ανδρική απαίτηση της –νόμιμης– βίας:
ὁ ἀναμάρτητος ὑμῶν πρῶτος βαλέτω λίθον ἐπ᾽ αὐτήν.

Ανηφορίζουμε για τον Αμίντα Νταϊμπούτσου, τον γιγαντιαίο Βούδδα. Σ’ όλα τα ιερά και τους ναούς τ’ άνθια ξέχειλα λευκαίνουν την όραση. Κόσμος πολύς, κινητά και κάμερες υψωμένες στην νέα, κοινή, οικουμενική προσευχή, την απαθανάτιση της στιγμής. Όλοι και όλα συνωθούνται εμπρός στον σκυφτό διαλογιζόμενο Βούδδα. Ο ίδιος λαμπερός κι απαθής πίσω από τα ανθισμένα κλώνια.

Τ’ άνθη κοιτούνε
σένα, καθώς τον Βούδδα
θαρρείς πως βλέπεις.

Ευτυχώς πάντα μπορώ να κουβαλώ μέσα μου αθάμπωτη την θύμηση μιας προσωπικής συνάντησης με τον Αμίντα Νταϊμπούτσου, όπως την έζησα ένα ψιχαλιστό απόβραδο. Αργά, μοναχικά, χωρίς ψυχή τριγύρω, με το φως να αργοσβήνει, στην είσοδο του κλειστού ήδη χώρου, καθώς σταλάζαν οι σταγόνες της βροχής μες στις πευκοβελόνες, χάντρες υδάτινου κομπολογιού στο νοτισμένο χώμα.

Το απόγευμα στο Εθνικό Μουσείο στο Τόκυο, έπιασα τον εαυτό μου να αναζητά ανάμεσα στα εκθέματα σημάδια της παρουσίας του χριστιανισμού στην χώρα  καθώς και φουμι-έ.


[Το χανάμι (κοιτάζοντας τους ανθούς, στα ιαπωνικά) είναι η ενατένιση της πρόσκαιρης κι εφήμερης ομορφιάς των ανθών της κερασιάς (σακουρά) ή σπανιότερα της δαμασκηνιάς (ούμε). Αυτή η παράδοση ξεκίνησε από τον 8ο αιώνα και σήμερα έχει λάβει τον χαρακτήρα εξόδου στα πάρκα ή στην ύπαιθρο για να θαυμάσει κανείς –με τους δικούς του, φίλους ή οικογένεια– τις κερασιές, κάνοντας παράλληλα κι ένα πικ-νικ. Η περίοδος της ανθοφορίας κρατάει για δυο βδομάδες και ξεκινάει από τον νότο της χώρας, τα νησιά της Οκινάουα, και κλείνει τον κύκλο της στα βόρεια, στο Χοκάϊντο. Υπεύθυνη για την εξάκριβωση αυτών των δυο εβδομάδων είναι η Ιαπωνική Μετεωρολογική Υπηρεσία, και τις ανακοινώνει από την αρχή της χρονιάς. Όλη τούτη η τελετουργία πολλές φορές συνεχίζεται και το βράδυ.]

{Δημοσιευμένο στο ηλεκτρονικό Νέο Πλανόδιον, 24-4-2022· ανήμερα του Πάσχα}

Εξομολογήσεις της Κολλέτ

Ματιές ερμητικά κλειστές κι άλλες ορθάνοικτα διεισδυτικές.
Ένα ωραίο κείμενο!

ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ

*

Η Colette υπήρξε πόρνη της Μασσαλίας στη διάρκεια του Μεσοπολέμου. Τα γραπτά της συλλέχθηκαν από τους αστυνομικούς που τη βρήκαν στραγγαλισμένη στο κρεβάτι της, την Άνοιξη του 1922. Ο δολοφόνος της δεν αποκαλύφθηκε ποτέ.

*

…Δεν ξεχνώ το βλέμμα των ανδρών που κοιτώντας με εισχωρούνε μέσα μου.

Έμαθα να το εκτιμώ πάντα περισσότερο από τα κλειστά βλέφαρα άλλων που ούτε για λίγο δεν μου αποκαλύπτουν γυμνή και την ψυχή τους.

Εκθέτω όσο μπορώ το αιδοίο και τον πρωκτό μου στην απόλυτή τους διάκριση. Βαστάω τα πόδια μου ανοιχτά για νά ’ρθουν κοντά μου, βαθιά μες στο κορμί μου, όσο πιο πολύ γίνεται, να δω το πρόσωπο με τους σπασμούς των μυών γύρω απ’ το στόμα, το μέτωπο και τα φρύδια, τα μάτια τους.

Μάτια άλλοτε λαμπερά, υγρά απ’ τη συγκίνηση, άλλοτε θολά από μέθη ή λαγνεία, κάποιες φορές κόκκινα, φλογερά, τρομακτικά που κρύβαν βία. Ματιές γεμάτες πόθο, χαρά, έπαρση…

View original post 303 more words

Ιώβ, το ποίημα με την κατάρα

Ἡ μέρα ποὺ γεννήθηκα ν’ ἀφανιστῇ γιὰ πάντα, κι’ ἡ νύχτα ἐκείνη ποὺ εἴπανε: γεννήθηκεν ἀγόρι! Σκοτάδι ἂς εἶν᾽ ἡ νυχτιὰ καὶ χαραυγὴ ἂς μὴν ἔρθῃ κι’ οὔτε νὰ τὴν ἀναζητήσῃ ὁ Κύριος ἀπὸ πάνω.

Νὰ τὴν τυλίξ᾽ ἡ σκοτεινιὰ κι’ ὁ ἴσκιος τοῦ θανάτου, πάνω της νά ’ρθῃ ἡ καταχνιά. Νἆναι καταραμένη ἡ μέρα ἐκείνη κι’ ἡ νυχτιά, σκοτάδι ἂς τὴν ἁρπάξῃ.

Νὰ μὴν ὑπάρχῃ ἀνάμεσα στοῦ χρόνου τὶς ἡμέρες, καὶ μὲς στὶς μέρες τῶν μηνῶν ποτὲ νὰ μὴ μετριέται· μὰ ἡ νύχτα ἐκείνη ἕνας καϋμὸς ἀβάσταχτος νὰ γίνῃ, καὶ νὰ μὴ νιώσῃ μέσα της ποτὲ χαρὰ καὶ κέφι, κι᾽ ἡ μέρα, ἂς τὴν καταραστῇ ὅποιος τὴν καταριέται, ὅποιος τὸ μέγα εἶν᾽ ἕτοιμος τὸ κῆτος νὰ προστάξῃ. Μακάρι νὰ σκοτείνιαζαν κείνης τῆς νύχτας τ᾽ ἄστρα, νὰ περιμένῃ, καὶ ποτὲ χάραμα νὰ μὴ φτάνῃ, οὔτε καὶ τὸν Αὐγερινὸ νὰ ἰδῇ νὰ ξεπροβαίνῃ, γιατί δὲν ἔφραξε πρὶν βγῶ τῆς μάνας μου τὴ μήτρα; Στήθη τί βύζαξα; Γιατί γόνατα μὲ χορέψαν;

Ἂν ἦταν νά ᾽χα κοιμηθῇ θά ᾽χα ἡσυχάσει τώρα, καὶ θὰ ξεκουραζόμουνα γιὰ πάντα πλαγιασμένος μαζὶ μὲ τοὺς τρανοὺς τῆς Γῆς κι᾽ ἀντρείους βασιλιάδες, ποὺ τὸ σπαθὶ γιὰ μόνη τους εἴχανε περηφάνεια ἢ μ᾽ ἄρχοντες, ἀμέτρητο πὄχουνε τὸ χρυσάφι, καὶ ποὺ γεμᾶτ᾽ ἀσημικὸ εἶναι τ᾽ ἀρχοντικά τους. Ἢ ἀπορριξίμι νά ᾽βγαινα ἀπ᾽ τῆς μάνας μου τὴ μήτρα ἢ νά ᾽μουν σὰν τ᾽ ἀγέννητα ὅπου τὸ φῶς δὲν εἶδαν. Κεῖ ξεθυμαίνει τῶν κακῶν ἀνθρώπων ἡ κακία, κεῖ κάτω ξεκουράζονται οἱ κατακουρασμένοι· κι᾽ οἱ πεθαμένοι αἰώνια μαζὶ ὅπως βρίσκονται ὅλοι τοῦ φορολόγου τὴ φωνὴ ποτὲ δὲν τὴν ἀκοῦνε.

Ἐκεῖ ὁ μεγάλος κι᾽ ὁ μικρὸς βρίσκονται ἀνταμωμένοι κι᾽ ὁ δοῦλος ποὺ στοῦ ἀφέντη του ἔτρεμε τὴ φοβέρα. Μὰ τί τὸ θέλουνε τὸ φῶς ὅσοι εἶναι μὲς στὴν πίκρα καὶ τὴ ζωὴν ὅσες ψυχὲς ζοῦνε σὲ πόνους μέσα; ποὺ λαχταροῦν το θάνατο καὶ δὲν τὸν ἀπαντᾶνε, ὅμοια μ᾽ αὐτοὺς ποὺ θησαυροὺς σκάβουνε γιὰ νὰ βγάλουν κι᾽ ὀλόχαροι θὰ γίνονταν ἂν τυχεροὶ φανοῦνε. Στὸν ἄνθρωπον ὁ θάνατος ξεκούραση τοῦ δίνει, γιατί ἀπὸ πάνω του ὁ Θεὸς ἔρχεται καὶ σφαλίζει. Πρὶν φάω ἀκόμη τίποτα, θὰ ᾽ρθῇ κι᾽ ὁ στεναγμός μου, κι᾽ ἐγὼ δακρύζω, καθὼς πάει φόβος γιὰ νὰ μὲ πιάσῃ· κι᾽ ὅπως τὸν συλλογίζουμαι νὰ κι᾽ ἔρχεται κι᾽ ὁ φόβος κι᾽ ἐκεῖνο πού ᾽χα φοβηθῇ ζυγώνει καὶ μὲ βρίσκει. Νὰ γαληνέψω δὲν μπορῶ, οὔτε νὰ ἡσυχάσω, οὔτε καὶ νὰ ξεκουραστῶ, κι᾽ ἄγριος θυμὸς μὲ πιάνει.
~·~

Codex Vat. gr. 749

Στο Γ΄ Κεφάλαιο του βιβλίου του Ιώβ, ο πολύπαθος δίκαιος, ξεστομίζει τη βαριά κι ασήκωτη κατάρα ενάντια στην ίδια τη μέρα που τον έφερε στο φως, ενάντια στην ίδια του τη γέννα, αποζητώντας την σκοτεινή σκέπη του θανάτου. Αυτό το κεφάλαιο, απ᾽ τη μετάφραση των Ο΄, μεταφέρει στα νεοεληνικά το 1966 ο Π. Α. Σινόπουλος με μια γλώσσα σφριγηλή και ποιητική που ακουμπάει θαρρείς στο μοιρολόϊ (περ. Ακτίνες, τ. 268, Μάρτιος 1966).