Πασχαλιάτικο χανάμι στο Τόκυο

Στη ζωή μου κάποτε μού χαρίστηκε ένα ανοιξιάτικο χανάμι, στην Ιαπωνία· το μόνο. Μετά από χρόνια κάμποσα, βρέθηκα μια Πασχαλιά στο Τόκυο να κυνηγώ τα ίχνη από ένα άλλο χανάμι που αργόσβηνε, καθώς φθίναν τ’ άνθη της σακουρά, στης άνοιξης το γρήγορο το διάβα.

Έπαψ’ ο ρυθμός
από ναό σε ναό πέφτουν
τα κερασάνθια

Έτσι καθώς το θέλει τ’ όμορφο ετούτο χάϊκου, έσβηνε απαλά και σιγαλά, από περιοχή σε περιοχή, η μια μετά την άλλη η ανθοφορία των κερασιών στην Ιαπωνία ολάκερη, υπό τους ήχους των ρυθμικών χτύπων για τις τελετουργίες από ναό σε ναό.

Βράδιαζε πια σαν περάσαμε την πόρτα του ξενοδοχείου στο Τόκυο. Μεγαλοπαράσκεβο στην Ελλάδα, μα στην Ιαπωνία σκέφτηκα πως δεν σιγοπνέει κι ούτε ανασαίνει τ’ αεράκι του ανοιξιάτικου επιταφίου. Παρά την ίσως συγγενή κάπως αίσθηση που εξωτερικά αντιλαμβάνεται κανείς ανάμεσα στο χανάμι και τον επιτάφιο, νιώθω πως υπάρχει διαφορά βαθειά. Η ενατένιση των ανθών της σακουρά, το γιαπωνέζικο χανάμι, είναι η ενατένιση του εφήμερου, της κορύφωσης της ομορφιάς σε μια στιγμή μες στην αιώνια εναλλαγή και την φθορά των πάντων· του ενός ανασασμού που κρατάει της ζωής τ’ άνθισμα. Λέω ενατένιση, δεν ξέρω αν καν μπορώ να μιλήσω για θαυμασμό. Ο επιτάφιος, έξω από θρήνος, είναι ταυτόχρονα κι ελπίδα της Ανάστασης (τουλάχιστον για όσους χριστιανούς), ή της αναγέννησης κι αναζωογόννησης των πάντων με τον ερχομό της άνοιξης (για όσους θέλουν μέσα του να βλέπουν μόνον τις παγανιστικές επιβιώσεις που σοφιλιάστηκαν στον ενιαύσιο τελεστικό κύκλο της γιορτής. Όσο για τις σικελιανικές και σεφερικές αναφορές στον Άδωνη μού μοιάζουν μάλλον με φιλολογικές ενημερώσεις –update– του ελληνικού ποιητικού τοπίου, ερανισμένες από τον Χρυσό κλώνο του Φρέϊζερ και τη Waste land του Έλιοτ· στηρίζονται μεν στην κυκλική ροή του εορταστικού χρόνου και στην ελληνική συνέχεια, λησμονούν όμως τη Σταύρωση. Ίσως όμως αυτή η, ενιαυσίως αναζωογονητική τής φύσης, ανοιξιάτικη αναγέννηση να φέρνει εγγύτερα στη μεσογειακή άνοιξη το γιαπωνέζικο χανάμι· ίσως…)

Με κάτι τέτοιες σκέψεις να τριβελίζουν το μυαλό μου, βγήκα βιαστικά –και λίγο  μελαγχολικά είν’ η αλήθεια, μα όχι στο μπαλκόνι, όπως ο ποιητής– να τριγυρίσω και να ιδώ «ολίγη αγαπημένη πολιτεία,
ολίγη κίνησι του δρόμου και των μαγαζιών». Τράβηξα λοιπόν προς το Σιντζούκου, όπως κι άλλοτε. Η βουή του κόσμου κι η χαρά του, το πηγαινέλα το ασταμάτητο, η διασκέδαση, τα γέλια κι οι ζωηρές συζητήσεις του, αποδιώχνουν ενίοτε την μελαγχολία, έστω για λίγο. Περπατώντας στα σοκάκια του Σιντζούκου, σύντομα τα βήματά μου, μαθημένα από την προηγούμενη φορά, με οδήγησαν δίπλα σ’ ένα μικρό ‘κοιμητήριο’, με ορθωμένες τις μακρόστενες νεκρικές επιγραφές.

Στ’ Άδη τη στέγη
επάνω περπατάμε
κοιτώντας τ’ άνθια.
(Κομπαγιάσι Ίσσα).

Σαμσάρα, μετενσάρκωση, νιρβάνα ο βουδδισμός, πνεύματα κι ανιμισμός το σίντο. Ο χριστιανισμός κι η ανάσταση πού να ’βρουν τόπο να σταθούν μες στην ιαπωνική ψυχή; Κάποτε μου ακουγόταν ως και παράδοξο αστείο, αλλά έχοντας πια διαβάσει την περιβόητη Σιωπή του Σιουσάκου Έντο και δει και την ομότιτλη ταινία του Σκορτσέζε γνώριζα για την είσοδο του καθολικού χριστιανισμού στην χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου, μα και για το μαρτυρικό κι αιματοκυλισμένο ξερίζωμά του. Άφωνο μ’ είχε αφήσει η ιαπωνική εφευρετικότητα για την αποστασία των χριστιανών με την πρακτική του φουμι-έ, να πατήσει δηλαδή ο κατηγορούμενος χριστιανός πάνω σε ένα εικόνισμα του Ιησού ή της Θεοτόκου και ν’ αποκηρύξει έτσι την πίστη του.
Μήπως ο δικαστής κι ‘ιεροεξεταστής’ Ινοουέ μαζί με τον αποστάτη ιεραπόστολο Φερέϊρα της Σιωπής είχαν δίκιο; Η χώρα ετούτη ήταν τελικά ένας βάλτος, και το δεντράκι του χριστιανισμού καταδικασμένο να σαπίζει από τις ρίζες του, τα φύλλα του να κιτρινίζουν και να μαραίνονται;

Με το πρωινό ξύπνημα της πολυάνθρωπης πολιτείας χωθήκαμε στην γαλήνη του πάρκου Ουένο, να αποθαυμάσουμε τα τελευταία σημάδια του φθίνοντος χανάμι. Αν και πέρασε η εβδομάδα της πλήρους ανθοφορίας τους, τα σημάδια της –εκλίπουσας και γοργά μεταβαλλόμενης– ομορφιάς παραμένουν ακόμη στα κλαριά. Οι ντόπιοι δείχνουν να τα προσπερνούν ασυγκίνητοι, έχοντας ήδη δει τη ζωή τους στην κορύφωσή της, πριν από λίγες μόλις μέρες. Για έναν Έλληνα όμως όλο το ξέφρενο λευκό κι αχνορόδινο πέπλο που απλώνει παντού δεν παύει να θυμίζει τους ορμητικούς χειμάρρους της άνοιξης (ας είν’ καλά οι αμυγδαλιές, οι πρώιμοι άγγελοί της). Άφησα το μοναδικό Εθνικό Μουσείο για αύριο τ’ απομεσήμερο.

Από εκεί ξεκινήσαμε για την Ασάκουσα, τον ναό του Σένσο-τζι, το σπίτι του Βούδδα της συμπόνιας, του μποντισάτβα Αβαλοκιτεσβάρα της ινδοβουδδικής παράδοσης, της Κάννον της κινέζικης οικείωσης και ‘μετάφρασής’ της. Εκεί σύμφωνα πάντα με τους ζωοποιούς (μα κι ιδρυτικούς εν προκειμένω) θρύλους, δυο αδελφοί ψαράδες πιάσαν στα δίχτυα τους ένα μικρό άγαλμα ενός μποζάτσου (ο μποντισάτβα στα ιαπωνικά) Βούδδα το 628 κι εκεί θεμελιώθηκε σύντομα ο πρώτος και παλιότερος βουδδιστικός ναός στο Τόκυο.

Πριν μπούμε στο ναϊκό σύμπλεγμα, αντικρίζω δεξιά κι αριστερά να περικλειούν την νότια πύλη οι δυο τεράστιοι φύλακες του ναού, οι Νίο (οι ιαπωνικές μεταμορφώσεις της νταρμαπάλα της βουδδικής παράδοσης). Εντυπωσιακό το μέγεθός τους κι η αγριωπή, τρομερή τους όψη. Ο δεξής έχει ανοιχτό το στόμα του προφέροντας το πρώτο γράμμα «α» του σανσκριτικού αλφάβητου κι ο αριστερός σφιχτά κλείνει τα χείλια του στο έσχατο γράμμα «ουν», που και τα δυο μαζί συλλαβίζουν τη λέξη «άουμ», την γέννηση και τον θάνατο του παντός, την αρχή και το τέλος όλων των πραγμάτων. Ανάμεσα στις δυο αυτές εσχατιές περνάει κάθε ζωή, σαν μέσα από όχθες διαβαίνει το γοργό ρυάκι κάθε βίου, προσπαθώντας μήπως τις ψελλίσει σε μία και μόνη λέξη, να τις ενοποιήσει σε μια και μόνη υπέρβαση κάθε μερικής ‘πραγματικότητας’.
(Η αλήθεια είναι πως δεν μπόρεσα να αποφύγω έναν αθέλητο κι αμυδρό συνειρμό με τους αρχαγγέλους φύλακες Μιχαήλ και Γαβριήλ που ουράνιοι κι αυτοί φρουροί στέκουν στις πυλές του ιερού δεξιά κι αριστερά.)

Προχωρήσαμε προς το μουσείο Έντο-Τόκυο, που εκθέτει μακέτες και ομοιώματα κτηρίων από την εποχή της μετάβασης του Έντο προς το σύγχρονο Τόκυο, κατά την περίοδο Μέϊτζι. Στο κέντρο των εκθεμάτων, μεταξύ δύο ορόφων, διασχίζεις ένα εντυπωσιακό φυσικού μεγέθους ομοίωμα της γέφυρας Νιχόνμπασι. Το μάτι μου συγκράτησε μια φευγαλέα, παράδοξη, όπως την ένιωσα τότε, εικόνα, που την αποτύπωσε στιγμιαία κι ασυναίσθητα κι ο φακός της φωτογραφικής μηχανής, την μακέτα ενός στιβαρού ρώσικου, χριστιανικού ναού. Δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία, το προσπέρασα περιδιαβαίνοντας τις διάφορες όψεις που άλλαζε η πόλη σαν μεταμορφωνόταν σε πρωτεύουσα πόλη ιαπωνική, αναμειγνύοντας σε ένα καινούργιο, ιδιαίτερο, κράμα την ιαπωνική ψυχή της με τους ξένους, δυτικούς, νεωτερισμούς.

Αργά το απόγευμα, μετά την επίσκεψη στο ιερό Μέϊτζι,  η βόλτα συνεχίζεται στο διπλανό Ομοτεσάντο. Ήδη πριν καθήσουμε για φαγητό σε ένα εστιατόριο, γύριζε στον νου η εικόνα του ρώσικου ναού. Κι αν τελικά γιορτάζεται η ορθόδοξη Ανάσταση και στην Ιαπωνία; Κι αν κόντρα σε ό,τι βάνει στο στόμα του Ινοουέ και του αποστάτη Φερέϊρα ο Έντο, εντέλει βλάστησε το δέντρο του χριστιανισμού στον βάλτο της Ιαπωνίας; Τότε λοιπόν, γιατί απ’ το αιματοποτισμένο δεντρί του χριστιανισμού στην χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου να μην άνθισε και το κλωνί της ορθοδοξίας; Μήπως και υπάρχει ορθόδοξη εκκλησιά; Ρώτησα από δω ρώτησα από κει, έψαξα στο διαδίκτυο. Και ναι, η μακέτα της εκκλησίας που είχα δει παρουσίαζε τον ναό της Αναστάσεως, τον καθεδρικό ναό της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ιαπωνίας! Στο τραπέζι σαν ανταλλάσαμε πασχαλινές ευχές, έριξα την ιδέα στους συνταξιδιώτες. Μαζί με κανα δυο άλλους από την παρέα, αποφασίζουμε να πάμε, με την ακλόνητη ελληνική βεβαιότητα ότι η Ανάσταση θα γίνεται κι εδώ τα μεσάνυχτα απαρεγκλίτως. Ο σταθμός μάλιστα του μετρό ήταν και σχετικά κοντά. Κατεβήκαμε και περάσαμε το ποτάμι της Κάντα κι ανηφορίσαμε προς την μαλακή πλαγιά του κάποτε λόφου μέσα στην ησυχία της βραδιάς. Ο ναός που κάποτε ατένιζε απ’ τα ψηλώματα το αυτοκρατορικό παλάτι, σήμερα βρίσκεται περικυκλωμένος από πανύψηλα κτήρια.

Περνώντας τον περίβολο, βλέπουμε τους ανθρώπους να βγαίνουν από τον ναό με κεριά στα χέρια για την καθιερωμένη αναστάσιμη πομπή και λιτάνευση που συνηθίζουν οι Ρώσοι. Παπάδες με άμφια ορθόδοξα, εικόνες και λαμπάδες, και ψαλμωδίες αναστάσιμες εις άψογον ιαπωνικήν… Μέγα θαύμα! Παραδίπλα μάλιστα, συναντήσαμε και κανα δυο ζευγάρια Ελλήνων ταξιδιωτών, που κι αυτοί σαν κι εμάς ακούσαν πως υπάρχει ορθόδοξη εκκλησιά και πέρασαν για την Ανάσταση. Η ιαπωνική φροντίδα κι επιμέλεια σχεδόν ψυχαναγκαστικώ τω τρόπω είχε επιβάλλει την αυστηρή οριοθέτηση του χώρου της περιφοράς κι ο επιφορτισμένος προς τούτο Γιαπωνέζος ‘νεωκόρος’ κρατώντας το ειδικό ραβδί με φωτισμό νέον επέμενε για την συμμόρφωση των ακολουθούντων πιστών προς τις οδηγίες του. Προτίμησα να μην ακολουθήσω τους εξερχόμενους πιστούς αλλ’ αντ’ αυτού να εισέλθω στην άδεια εκκλησία να ανάψω ένα κερί. Το εσωτερικό της βυζαντινορώσσικο, τόσο αρχιτεκτονικά όσο και εικονογραφικά, το γιατί το έμαθα εκ των υστέρων. Ο κόσμος πολύς και πολύεθνος, Γιαπωνέζοι, Ρώσοι, Σλάβοι, Ευρωπαίοι (κρίνοντας από τις γλώσσες που συγκεχυμένα έφταναν στ’ αυτιά μου). Σε λίγο η πομπή με προεξάρχοντες έναν επίσκοπο και τους ιερείς γύρισε πάλι πίσω και στάθηκε πάνω στο πλατύ κεφαλόσκαλο της εισόδου για να διαβάσουν το αναστάσιμο ευαγγέλιο και να ψάλλουν την Ανάσταση· παπάδες, διάκοι, παπαδάκια, εξαπτέρυγα, θυμιατά και λαμπάδες. Αμέσως μετά την ψαλμωδία στα ιαπωνικά ακούω, με τεράστια έκπληξη, το Χριστός Ανέστη στα ρώσσικα και κατόπιν στα ελληνικά. Στην συνέχεια, ο επίσκοπος με την λαμπάδα αναμμένη εύχεται στεντορείως Χριστός Ανέστη στα ιαπωνικά κι ανταπαντά ο κόσμος στην ίδια γλώσσα, κατόπιν πάλι Χριστός βοσκριέσε! Βοΐστινου βοσκριέσε! ανταπαντούν οι ρωσόφωνοι, και πάλι Χριστός Ανέστη! κι ακούω πίσω μου εκτός από μας να αντιγυρίζουν Αληθώς Ανέστη! ελληνικότατα μια ομάδα Γιαπωνέζων. Πλησιάζω να δω καλύτερα και –δεν πρόλαβα καν να ρωτήσω– η κυρία Ε. αυτοσυστήνεται και πιάνει αμέσως την κουβέντα. Αιγυπτιώτισσα, με χιώτικη αν θυμάμαι προέλευση, είχε παντρευτεί έναν Ιάπωνα· «ο Κώτσος», μας λέει περήφανα, «τους βάφτισα κανονικά, τους έκανα ορθόδοξους», κι από δίπλα κάνα δυο νέα ζευγάρια με δυο-τρία παιδόπουλα, ευγενικά και με τις γνωστές ιαπωνικές υποκλίσεις ψέλλιζαν διακριτικά σαν χαιρετισμό Χριστός Ανέστη! στα ελληνικά. «Να ’στε καλά βρε παιδιά, που ήρθατε φέτος! Πόση χαρά μου δώσατε! Επιμένω κάθε χρόνο να λένε και στα ελληνικά το Χριστός Ανέστη! αλλά από κάτω είμαστε μονάχα εμείς. Το καταχάρηκα φέτος που ακούστηκε δυνατά από τόσα στόματα το  Αληθώς Ανέστη!» και συνέχισε την συζήτηση για τα πώς και τα γιατί με τους υπόλοιπους. Φιγούρα μητριαρχική, της ελληνικής διασποράς πουλί ξενιτεμένο κι ακατάβλητο, γυναίκα με ατσάλινη αυτοπεποίθηση, εσωτερική δύναμη και πείσμα κραταιό· δεν ξέρω πως θα ’ταν ως ελληνίδα πεθερά για τους Ιάπωνες γαμπρούς ή τις νυφάδες της (αν και δεν αποκλείω κάποιες πιθανές ωσμώσεις μεταξύ ιαπωνικών και ελληνικών παραδόσεων). Ο ‘Κώτσος’ πάντως, ευγενικός, με τα συγκρατημένα γελαστά του μάτια μάς ‘ακολουθούσε’ διαρκώς στο πλάϊ της. Σε λίγο πήραμε τον δρόμο του γυρισμού και στο ξενοδοχείο βάλθηκα να φτιάξω ένα μικρό βίντεο από την αναστάσιμη έκπληξη.

Η ορθόδοξη εκκλησία της Ιαπωνίας θεμελιώθηκε χάρη στην ιεραποστολική δραστηριότητα και τον ζήλο μα και την εξαιρετική προσωπικότητα τού –αγίου, από το 1970– Νικολάου Κασάτκιν, ιερέα της ρωσσικής εκκλησίας (ως κι ο αυτοκράτορας της Ιαπωνίας έστειλε στεφάνι στην κηδεία του διάβασα). Και κατάφερε να χτιστεί στέρεα, γιατί από την αρχή πάτησε πάνω σε γερές και υγιείς ιεραποστολικές αρχές: ιερείς ντόπιοι, λειτουργική χρήση της ντόπιας γλώσσας, γνώση, σεβασμός και οικείωση/πρόσληψη πολιτισμικού περιβάλλοντος. Κι έτσι κατάφερε, παρά τις δυσκολίες που συνάντησε στην διαδρομή της και την –δικαιολογημένη– καχυποψία λόγω της πνευματικής της καταγωγής κι εξάρτησης από την Μόσχα, να υπάρχει ως αυτοκέφαλη εκκλησία σήμερα. Ακόμα όμως και για να πραγματοποιηθεί όλη αυτή η ιεραποστολική προσπάθεια χρειάζονταν να γίνουν κοσμογονικές αλλαγές. Τα «μαύρα πλοία» του ναυάρχου Πέρρυ το 1853, που επέβαλλαν βιαίως το άνοιγμα της χώρας στη δύση, για την ακρίβεια την οικονομική, εμπορική κλπ. διείσδυση της Δύσης στην χώρα, το άνοιγμα προξενείων κατόπιν, όπως του ρώσικου στο Χακοντάτε και τέλος η κατάργηση των νόμων που καταδίωκαν τον χριστιανισμό και η νομιμοποίησή του, το 1873, ανάμεσα σε άλλα. Ο ναός όντως είναι καθιερωμένος στην Ανάσταση του Χριστού, παντού όμως τον αναφέρουν ως Νικολάι-ντο. Νικολάι-ντο, ο ‘δρόμος’ του Νικολάου· το επίθημα ‘ντο’ που ακολουθεί και χαρακτηρίζει τόσες και τόσες εκφάνσεις της ιαπωνικής πολιτιστικής ιδιαιτερότητας, δεν άφησε απέξω εντέλει ούτε την πρόσληψη του ορθόδοξου χριστιανισμού. Χαρακτηριστικό της δύναμής της ή ενδεικτικό της αποδοχής της;

Αργά το πρωΐ της Κυριακής του Πάσχα στο τραίνο για την Καμακούρα. Ήλιος ζεστός και φως παντού, θάλπη ανοιξιάτικη. Ξέγνοιαστος κόσμος στην παραλία κάνει βόλτες, τσαλαβουτώντας στην άκρη των κυμάτων ενώ στην θάλασσα άλλοι κάνουν σερφ. Ένα αγόρι και μια κοπέλα, νεαρό ζευγάρι ντυμένο με τα παραδοσιακά κιμονό, αργοπερπατούν στην αμμουδιά πιασμένοι χέρι-χέρι. Η κοπέλα παίρνει ένα κλαρί κι αρχίζει να χαράζει στην υγρή άμμο λέξεις ιαπωνικές, εφήμερα σήματα, κι ο νεαρός, χαμογελώντας συγκρατημένα, την παρακολουθεί επιδοκιμαστικά. Θυμήθηκα τον Ιησού, σκυμμένο χάμω να γράφει με το δάχτυλο στο χώμα, λίγο πριν σηκώσει τα μάτια για να αποκριθεί στην ξέχειλη κι επίμονη ανδρική απαίτηση της –νόμιμης– βίας:
ὁ ἀναμάρτητος ὑμῶν πρῶτος βαλέτω λίθον ἐπ᾽ αὐτήν.

Ανηφορίζουμε για τον Αμίντα Νταϊμπούτσου, τον γιγαντιαίο Βούδδα. Σ’ όλα τα ιερά και τους ναούς τ’ άνθια ξέχειλα λευκαίνουν την όραση. Κόσμος πολύς, κινητά και κάμερες υψωμένες στην νέα, κοινή, οικουμενική προσευχή, την απαθανάτιση της στιγμής. Όλοι και όλα συνωθούνται εμπρός στον σκυφτό διαλογιζόμενο Βούδδα. Ο ίδιος λαμπερός κι απαθής πίσω από τα ανθισμένα κλώνια.

Τ’ άνθη κοιτούνε
σένα, καθώς τον Βούδδα
θαρρείς πως βλέπεις.

Ευτυχώς πάντα μπορώ να κουβαλώ μέσα μου αθάμπωτη την θύμηση μιας προσωπικής συνάντησης με τον Αμίντα Νταϊμπούτσου, όπως την έζησα ένα ψιχαλιστό απόβραδο. Αργά, μοναχικά, χωρίς ψυχή τριγύρω, με το φως να αργοσβήνει, στην είσοδο του κλειστού ήδη χώρου, καθώς σταλάζαν οι σταγόνες της βροχής μες στις πευκοβελόνες, χάντρες υδάτινου κομπολογιού στο νοτισμένο χώμα.

Το απόγευμα στο Εθνικό Μουσείο στο Τόκυο, έπιασα τον εαυτό μου να αναζητά ανάμεσα στα εκθέματα σημάδια της παρουσίας του χριστιανισμού στην χώρα  καθώς και φουμι-έ.


[Το χανάμι (κοιτάζοντας τους ανθούς, στα ιαπωνικά) είναι η ενατένιση της πρόσκαιρης κι εφήμερης ομορφιάς των ανθών της κερασιάς (σακουρά) ή σπανιότερα της δαμασκηνιάς (ούμε). Αυτή η παράδοση ξεκίνησε από τον 8ο αιώνα και σήμερα έχει λάβει τον χαρακτήρα εξόδου στα πάρκα ή στην ύπαιθρο για να θαυμάσει κανείς –με τους δικούς του, φίλους ή οικογένεια– τις κερασιές, κάνοντας παράλληλα κι ένα πικ-νικ. Η περίοδος της ανθοφορίας κρατάει για δυο βδομάδες και ξεκινάει από τον νότο της χώρας, τα νησιά της Οκινάουα, και κλείνει τον κύκλο της στα βόρεια, στο Χοκάϊντο. Υπεύθυνη για την εξάκριβωση αυτών των δυο εβδομάδων είναι η Ιαπωνική Μετεωρολογική Υπηρεσία, και τις ανακοινώνει από την αρχή της χρονιάς. Όλη τούτη η τελετουργία πολλές φορές συνεχίζεται και το βράδυ.]

{Δημοσιευμένο στο ηλεκτρονικό Νέο Πλανόδιον, 24-4-2022· ανήμερα του Πάσχα}

Εξομολογήσεις της Κολλέτ

Ματιές ερμητικά κλειστές κι άλλες ορθάνοικτα διεισδυτικές.
Ένα ωραίο κείμενο!

ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ

*

Η Colette υπήρξε πόρνη της Μασσαλίας στη διάρκεια του Μεσοπολέμου. Τα γραπτά της συλλέχθηκαν από τους αστυνομικούς που τη βρήκαν στραγγαλισμένη στο κρεβάτι της, την Άνοιξη του 1922. Ο δολοφόνος της δεν αποκαλύφθηκε ποτέ.

*

…Δεν ξεχνώ το βλέμμα των ανδρών που κοιτώντας με εισχωρούνε μέσα μου.

Έμαθα να το εκτιμώ πάντα περισσότερο από τα κλειστά βλέφαρα άλλων που ούτε για λίγο δεν μου αποκαλύπτουν γυμνή και την ψυχή τους.

Εκθέτω όσο μπορώ το αιδοίο και τον πρωκτό μου στην απόλυτή τους διάκριση. Βαστάω τα πόδια μου ανοιχτά για νά ’ρθουν κοντά μου, βαθιά μες στο κορμί μου, όσο πιο πολύ γίνεται, να δω το πρόσωπο με τους σπασμούς των μυών γύρω απ’ το στόμα, το μέτωπο και τα φρύδια, τα μάτια τους.

Μάτια άλλοτε λαμπερά, υγρά απ’ τη συγκίνηση, άλλοτε θολά από μέθη ή λαγνεία, κάποιες φορές κόκκινα, φλογερά, τρομακτικά που κρύβαν βία. Ματιές γεμάτες πόθο, χαρά, έπαρση…

View original post 303 more words

Ιώβ, το ποίημα με την κατάρα

Ἡ μέρα ποὺ γεννήθηκα ν’ ἀφανιστῇ γιὰ πάντα, κι’ ἡ νύχτα ἐκείνη ποὺ εἴπανε: γεννήθηκεν ἀγόρι! Σκοτάδι ἂς εἶν᾽ ἡ νυχτιὰ καὶ χαραυγὴ ἂς μὴν ἔρθῃ κι’ οὔτε νὰ τὴν ἀναζητήσῃ ὁ Κύριος ἀπὸ πάνω.

Νὰ τὴν τυλίξ᾽ ἡ σκοτεινιὰ κι’ ὁ ἴσκιος τοῦ θανάτου, πάνω της νά ’ρθῃ ἡ καταχνιά. Νἆναι καταραμένη ἡ μέρα ἐκείνη κι’ ἡ νυχτιά, σκοτάδι ἂς τὴν ἁρπάξῃ.

Νὰ μὴν ὑπάρχῃ ἀνάμεσα στοῦ χρόνου τὶς ἡμέρες, καὶ μὲς στὶς μέρες τῶν μηνῶν ποτὲ νὰ μὴ μετριέται· μὰ ἡ νύχτα ἐκείνη ἕνας καϋμὸς ἀβάσταχτος νὰ γίνῃ, καὶ νὰ μὴ νιώσῃ μέσα της ποτὲ χαρὰ καὶ κέφι, κι᾽ ἡ μέρα, ἂς τὴν καταραστῇ ὅποιος τὴν καταριέται, ὅποιος τὸ μέγα εἶν᾽ ἕτοιμος τὸ κῆτος νὰ προστάξῃ. Μακάρι νὰ σκοτείνιαζαν κείνης τῆς νύχτας τ᾽ ἄστρα, νὰ περιμένῃ, καὶ ποτὲ χάραμα νὰ μὴ φτάνῃ, οὔτε καὶ τὸν Αὐγερινὸ νὰ ἰδῇ νὰ ξεπροβαίνῃ, γιατί δὲν ἔφραξε πρὶν βγῶ τῆς μάνας μου τὴ μήτρα; Στήθη τί βύζαξα; Γιατί γόνατα μὲ χορέψαν;

Ἂν ἦταν νά ᾽χα κοιμηθῇ θά ᾽χα ἡσυχάσει τώρα, καὶ θὰ ξεκουραζόμουνα γιὰ πάντα πλαγιασμένος μαζὶ μὲ τοὺς τρανοὺς τῆς Γῆς κι᾽ ἀντρείους βασιλιάδες, ποὺ τὸ σπαθὶ γιὰ μόνη τους εἴχανε περηφάνεια ἢ μ᾽ ἄρχοντες, ἀμέτρητο πὄχουνε τὸ χρυσάφι, καὶ ποὺ γεμᾶτ᾽ ἀσημικὸ εἶναι τ᾽ ἀρχοντικά τους. Ἢ ἀπορριξίμι νά ᾽βγαινα ἀπ᾽ τῆς μάνας μου τὴ μήτρα ἢ νά ᾽μουν σὰν τ᾽ ἀγέννητα ὅπου τὸ φῶς δὲν εἶδαν. Κεῖ ξεθυμαίνει τῶν κακῶν ἀνθρώπων ἡ κακία, κεῖ κάτω ξεκουράζονται οἱ κατακουρασμένοι· κι᾽ οἱ πεθαμένοι αἰώνια μαζὶ ὅπως βρίσκονται ὅλοι τοῦ φορολόγου τὴ φωνὴ ποτὲ δὲν τὴν ἀκοῦνε.

Ἐκεῖ ὁ μεγάλος κι᾽ ὁ μικρὸς βρίσκονται ἀνταμωμένοι κι᾽ ὁ δοῦλος ποὺ στοῦ ἀφέντη του ἔτρεμε τὴ φοβέρα. Μὰ τί τὸ θέλουνε τὸ φῶς ὅσοι εἶναι μὲς στὴν πίκρα καὶ τὴ ζωὴν ὅσες ψυχὲς ζοῦνε σὲ πόνους μέσα; ποὺ λαχταροῦν το θάνατο καὶ δὲν τὸν ἀπαντᾶνε, ὅμοια μ᾽ αὐτοὺς ποὺ θησαυροὺς σκάβουνε γιὰ νὰ βγάλουν κι᾽ ὀλόχαροι θὰ γίνονταν ἂν τυχεροὶ φανοῦνε. Στὸν ἄνθρωπον ὁ θάνατος ξεκούραση τοῦ δίνει, γιατί ἀπὸ πάνω του ὁ Θεὸς ἔρχεται καὶ σφαλίζει. Πρὶν φάω ἀκόμη τίποτα, θὰ ᾽ρθῇ κι᾽ ὁ στεναγμός μου, κι᾽ ἐγὼ δακρύζω, καθὼς πάει φόβος γιὰ νὰ μὲ πιάσῃ· κι᾽ ὅπως τὸν συλλογίζουμαι νὰ κι᾽ ἔρχεται κι᾽ ὁ φόβος κι᾽ ἐκεῖνο πού ᾽χα φοβηθῇ ζυγώνει καὶ μὲ βρίσκει. Νὰ γαληνέψω δὲν μπορῶ, οὔτε νὰ ἡσυχάσω, οὔτε καὶ νὰ ξεκουραστῶ, κι᾽ ἄγριος θυμὸς μὲ πιάνει.
~·~

Codex Vat. gr. 749

Στο Γ΄ Κεφάλαιο του βιβλίου του Ιώβ, ο πολύπαθος δίκαιος, ξεστομίζει τη βαριά κι ασήκωτη κατάρα ενάντια στην ίδια τη μέρα που τον έφερε στο φως, ενάντια στην ίδια του τη γέννα, αποζητώντας την σκοτεινή σκέπη του θανάτου. Αυτό το κεφάλαιο, απ᾽ τη μετάφραση των Ο΄, μεταφέρει στα νεοεληνικά το 1966 ο Π. Α. Σινόπουλος με μια γλώσσα σφριγηλή και ποιητική που ακουμπάει θαρρείς στο μοιρολόϊ (περ. Ακτίνες, τ. 268, Μάρτιος 1966).

O Captain! My Captain!

Η πρώτη δημοσιευμένη στα ελληνικά -κι αβιβλιογράφητη-μετάφραση (εξ όσων γνωρίζω) ενός ποιήματος -μάλλον υπερεκτιμημένου- που γνώρισε μεγάλη δημοφιλία τόσο στην εποχή του Γουΐτμαν όσο και στην εποχή μας (εξαιτίας της κινηματογραφικής του διάδοσης). Γραμμένο για τον πρόεδρο Λίνκολν, εξαιτίας της δολοφονίας του, τον οποίο ο ποιητής δεν είχε γνωρίσει προσωπικά. Ο Γουΐτμαν το έγραψε το 1865 και το συμπεριέλαβε στην τέταρτη έκδοση των Φύλλων Χλόης το 1867, αλλά μέχρι και την τελική έκδοση, όπως φαίνεται άλλωστε και από τη φωτογραφία, το διόρθωνε. Η μετάφραση αυτή του Παναγιώτη Α. Χρονόπουλου (από τη συλλογή του Ξύπνια Όνειρα), το 1929, είναι και η μόνη μέχρι σήμερα που το αποδίδει με ρίμες, χωρίς να ακολουθεί τις ρίμες του πρωτοτύπου ή το μέτρο του.

Ω ΚΑΠΕΤΑΝΙΕ, ΚΑΠΕΤΑΝΙΕ ΜΟΥ!

Ὦ Καπετάνιε! Καπετάνιε μου! νά, ποὺ τελείωσε τώρα
Τὸ τρομερὸ ταξεῖδι μας, κάθε κακὸ κανάλι
Πλεύρισε τὸ καράβι μας καὶ μὲ τὰ πλούσια δῶρα
Γυρνοῦμε· τὸ λιμάνι μας καταντικρὺ προβάλλει.

Ἀκούω καμπάνες νὰ χτυποῦν καὶ γιορτοφορεμένο
Βλέπω τὸν κόσμο νὰ θωρῆ τὸ θαλασσοδαρμένο
Κι᾽ ἀτρόμητο καράβι μας ἀλλὰ ὦ καρδιά! καρδιά! καρδιά!
Ὦ, ἡ κάθε κόκκινη αἱματοσταλαγματιά…
Ἐπάνω στὸ κατάστρωμα τὸ κορμί σου ἔχει γύρει
Τὸ παγωμένο κι᾽ ἄψυχο, καλὲ Καραβοκύρη.

Ὦ Καπετάνιε! Καπετάνιε μου! σήκω, τὰ σήμαντρα χτυπᾶνε,
Γιὰ σὲ ἡ σημαία φτεροκοπᾶ κ᾽ ἡ σάλπιγγα ἀλαλάζει,
Γιὰ σὲ τὰ πλήθη στὸ γιαλὸ προσμένουν καὶ κυττάνε,
Γιὰ σὲ μ᾽ ἀνθοὺς καὶ στέφανα ᾽κεῖνος ὁ κόσμος κράζει.
Ἀπάνω, ἐδῶ στὸ χέρι μου ἡ κεφαλή σου ἂς γείρη
Πατέρα ἀγαπημένε μου! Σὰν ὄνειρο μοῦ μοιάζει,
Πὼς πάνω στὸ κατάστρωμα, τ᾽ ἀκίνητο ἡσυχάζει
Καὶ παγωμένο σου κορμί, καλὲ Καραβοκύρη.

Ἀσάλευτα κι᾽ ὠχρὰ τὰ χείλη ὁ καπετάνιος μου σωπάζει
Κι᾽ οὔτε ξυπνάει στὸ χάϊδεμά μου, παλμὸ δὲν ἔχει μήτε γνώμη·
Ἀπείραχτο κι᾽ ἀκέρηο τώρα τὸ πλοῖο νικηφόρο ἀράζει,
Τελειώνει τὸ φριχτὸ ταξεῖδι, παύουν τὰ βάσανα κ᾽ οἱ τρόμοι.
Χτυπᾶτε τώρα σεῖς καμπάνες! Χαρῆτε ἀκτὲς τὸ πανηγῦρι!
Μὰ ἐγὼ μὲ βῆμα λυπημένο,
᾽Δῶ στὸ κατάστρωμα γυρίζω, ποὺ ὁ καπετάνιος μου ἔχει γύρει
Σῶμα ἄψυχο καὶ παγωμένο!

ζώντων και τεθνεώτων

Antibes, 22-6-51.

Αγαπητή Άννα,
Τη στιγμή ετούτη με χτύπησε το φοβερό μήνυμα πως ο Άγγελος έφυγε από κοντά μας. Τίποτα πια δεν μπορεί να παρηγορήσει Εσάς, τους φίλους του, την Ελάδα· ο χαμός είναι μεγάλος, μίκρανε η πατρίδα κι όσο κι αν ξέρουμε πως το έργο του θα μείνει αθάνατο, δεν παρηγοριούμαστε· ό,τι λαχταρίζουμε πάντα θάναι η σωματική του παρουσία, η φωνή του, το γέλιο του, η ματιά του, το σφίξιμο του χεριού του· μερικοί άνθρωποι έπρεπε νάναι αθάνατοι, τη στιγμή ετούτη δεν μπορώ να συχωρέσω το λεγόμενο «Θεό», που πήρε από κοντά μας τον Άγγελο κι αφήκε γύρα μας τόσους πιθήκους.
Η αγανάχτηση περιπλέκεται μέσα μου με την αβάσταχτη πίκρα· ήταν για μένα Παρηγοριά μεγάλη η παρουσία του Άγγελου στην έρημη ετούτη γης· για μένα, για την Ελάδα αλάκαιρη· τώρα σκοτείνιασε ο κόσμος.
Αγαπημένη Άννα, φιλώ το χέρι Σας, Σας αγκαλιάζει η Ελένη,
o Θεός μαζί Σας!

Ν. Καζαντζάκης
~·~
Ο Άγγελος Σικελιανός στις 19 Ιουνίου 1951, ημέρα Τρίτη 8.00 μ.μ., παραδίδει το πνεύμα. Σαν το πληροφορείται ο Νίκος Καζαντζάκης, γράφει αυτό το γράμμα στην Άννα Σικελιανού. Στις 22 Οκτωβρίου του ίδιου έτους έχοντας ήδη δει φωτογραφία της νεκρικής μάσκας του Σικελιανού, που είχε κάμει σε γύψο ο γλύπτης Θανάσης Απάρτης, και του την είχε στείλει ο Πρεβελάκης, γράφει στον αποστολέα Πρεβελάκη: «Όταν θα γυρίσω στην Ελλάδα, θ’ αγοράσω μια μάσκα [από  γύψο] να μην την αποχωριστώ πια ποτέ μου» (Π. Πρεβελάκης, Τετρακόσια Γράμματα του Καζαντζάκη στον Πρεβελάκη, σ.  641-642).
Η αρχική φωτογραφία είναι από το σπίτι-μουσείο του Άγγελου Σικελιανού στη Λευκάδα. Το χέρι που στοργικά έβαλε πλάι-πλάι το αντίγραφο της νεκρικής προσωπίδας του Σικελιανού με το γράμμα του Καζαντζάκη στην Άννα κατόρθωσε μεταθανάτια ό,τι λαχτάριζε ο Καζαντζάκης κι αποτύπωσαν οι παλιότερες, λιγοστές, νεανικές, φωτογραφίες τους: σχεδόν να σμίξει μυστικά για πάντα τη σωματική τους παρουσία· ας είναι ευλογημένο!

Πενήντα χρόνια πριν, στην Βενετία κηδεύεται ο Στραβίνσκυ

Ο Ίγκορ Στραβίνσκυ πέθανε στις 6 Απριλίου 1971 στη Νέα Υόρκη, στο προσφάτως αποκτηθέν διαμέρισμά τους, στο οποίο πρωτοπάτησαν το πόδι τους μόλις στις 29 Μαρτίου, αυτός ερχόμενος από το νοσοκομείο κι η γυναίκα του Βέρα από το ξενοδοχείο. Το ίδιο βράδυ εκείνης της ημέρας μάλιστα τους επισκέφτηκε κι ο Ώντεν και τους σχολίασε τα τελευταία λογοτεχνικά του νέα.

Ξεψύχησε τα χαράματα, Μεγάλη Τρίτη των Καθολικών, στις 5.20. Δυο μέρες νωρίτερα του δρόσιζαν τα ξεραμένα χείλη με λεμονόνερο˙ «σαν τον Χριστό με το ξύδι», είχε παρατηρήσει η Βέρα. Η απόφαση να ταφεί στη Βενετία πάρθηκε από τη Βέρα και τον Ρόμπερτ Κραφτ, τον στενό φίλο τους και μαέστρο, μέλος σχεδόν της οικογένειας. Καμμία επιθυμία δεν είχε εκφράσει να ταφεί στη Βενετία, όπως έχει γραφτεί, την αγαπούσε όμως γιατί του θύμιζε την Αγ. Πετρούπολη, τη λατρεμένη πάνω απ’ όλες τις πόλεις, μα κι είχε μείνει εκεί περισσότερο κι είχε εργαστεί δημιουργικότερα απ’ οπουδήποτε στην Ευρώπη, εκεί εξάλλου είχε πρωτοπαρουσιάσει πέντε έργα του˙ η Νέα Υόρκη δεν ήταν παρά πρόσκαιρες στάσεις και ξενοδοχεία. (Βέβαια ο Κραφτ αποσιωπά πως δεν θα ήθελε τόσο η Βέρα όσο κι αυτός να επισκέπτονται ένα μνήμα στο Λος Άντζελες, μα ούτε και στο ρώσικο κοιμητήριο της Ste. Geneviève-des-Bois, πλάι στην πρώτη του γυναίκα και την κόρη του, ανάμεσα στους τάφους τόσων εμιγκρέδων˙ όσο για το Λένιγκραντ, εκεί που αναπαυόταν ο πατέρας του κι ο νεώτερος αδελφός του, μάλλον τους έπεφτε πολύ μακριά. Αντί αυτών προτιμήθηκε μια θέση παραδίπλα απ’ τον Ντιαγκίλεφ, στην άκρη του ορθόδοξου κοιμητηρίου στο νησί του Σαν Μικέλε).

Ο Κραφτ αποφασίζει να παραμείνει κλειστό το φέρετρο για την κηδεία στη Νέα Υόρκη, ενάντια στο «βαρβαρικό ρωσικό έθιμο», που όπως τα ελληνικά νεκρικά ειωθότα, απαιτεί το σταύρωμα των χεριών κι ένα εικόνισμα πάνω απ’ το σώμα. Το απόγευμα, στο τρισάγιο, στο γειτονικό γραφείο κηδειών, ο επίσκοπος Ντμίτρι θυμίασε περισσώς το εκκλησίασμα, μέχρι ασφυξίας καταπώς γράφει ο Κραφτ. Κι όπως ο επίσκοπος μνημονεύει το όνομα «Ίγκορ» τρεις κεραυνοί ανταπαντούν, «σ’ επιβεβαίωση της αναχώρησης μιας φυσικής δύναμης απ’ τον κόσμο». Μα ήδη θαυμαστά πράγματα συνέβαιναν, σύμφωνα πάντα με τον Κραφτ: σαν έβγαιναν απ’ το διαμέρισμα, κι ολότελα εκτός εποχής, χιόνι άρχισε να πέφτει κι ο αέρας να ουρλιάζει μανιασμένα.

Η κηδεία ακολουθεί το μεσημέρι, στις 9 Απριλίου, Μεγάλη Παρασκευή˙ τη μόνη μέρα ολόκληρου του εκκλησιαστικού ενιαυτού που ο Στραβίνσκυ τηρούσε ευλαβικά, με αυστηρή νηστεία κι αποχή από τη μουσική σύνθεση, ακούγοντας μόνο μουσική. Οι τελευταίες μουσικές που  άκουσε πριν μπει στο νοσοκομείο ήταν τα Tenebrae του Κουπρέν και του Τάλλις, Schütz και τα Κατά Ιωάννην Πάθη του Μπαχ. Έχουν έρθει και τα παιδιά του από τον πρώτο γάμο˙ η Βέρα αρνείται να συναντηθεί μαζί τους, η ρήξη ανάμεσά τους έχει πια παγιωθεί.

Στις 13 Απριλίου η Βέρα κι ο Κραφτ ταξιδεύουν στο ίδιο αεροπλάνο με τη σορό του Στραβίνσκυ για τη Ρώμη και τη Βενετία. Μαζί τους και κάποιος επιφορτισμένος να μεταφέρει το διαβατήριο του Στραβίνσκυ, «κατά γκογκολικήν απαίτηση της Ιταλικής κυβέρνησης». Την επομένη (14/4) το πρωί στις 9, ένα σκάφος μεταφέρει το φέρετρο από το κάμπο Σαν Τομά μπροστά στο Σαν Τζανιπόλο, όπως αποκαλούν οι Βενετσιάνοι τον επιβλητικό ναό των Σαν Τζιοβάνι ε Πάολο. Η Βενετία αποδίδει στον Στραβίνσκυ την ύστατη τιμή, να κηδευθεί στον ναό όπου κηδεύτηκαν κι αναπαύονται 25 από τους δόγηδές της (αν και φαίνεται πως καθοριστικό ρόλο για μια τέτοια απόφαση έπαιξε το μέγα πλήθος που θα συνέρρεε κι η αδυναμία να χωρέσει στον μικρό Αη-Γιώργη των Γραικών). Τον νεκρό υποδέχεται στην όχθη, ευλογώντας και θυμιάζοντας ο νεαρότατος μα και σεβάσμια επιβλητικός Έλληνας αρχιμανδρίτης Χερουβείμ Μαλισιάνος. Το φέρετρο τοποθετείται στο Παρεκκλήσιο της Παρθένου του Ροζαρίου, όπου και θα παραμείνει για προσκύνημα μέχρι την επομένη. Νωρίς το βραδάκι ακολουθεί η Αγρύπνια με την ανάγνωση των ψαλμών, παρουσία του Κραφτ και της χήρας, μέσα σε μια παγωμένη εκκλησία που δονείται με περισσό αντίλαλο. Στην επιστροφή η χήρα και τα παιδιά του εκλιπόντος αποφεύγουν να στρέψουν καν τα βλέμματά τους ο ένας στον άλλο.

Την επομένη, Μεγάλη Πέμπτη των Ορθοδόξων, στις 11:30 ξεκινά η νεκρώσιμη ακολουθία. Στο κέντρο του ναού το σφραγισμένο φέρετρο του συνθέτη σκέτο κι απέριττο, χωρίς τις αγκαλιές τα τριαντάφυλλα που γράφει ο Κραφτ (αυτά προστέθηκαν κατά την έξοδο από τον ναό, για την ταφή). Αριστερά, στην πρώτη σειρά των κρατημένων θέσεων για τους famigliari, η Βέρα, ο Κραφτ, τα παιδιά του Στραβίνσκυ κι ανάμεσά τους «ως τοίχος πρεσβευτικός» ο Νίκολας Ναμπόκοφ (μουσικός συνθέτης, πρώτος εξάδελφος του Βλάντιμιρ). Η τελετή ξεκινά με το Requiem Missa Defunctorum του Σκαρλάτι και κατόπιν ο δήμαρχος της Βενετίας Giorgio Longo εκφωνεί τον επικήδειο, μνημονεύοντας τα εγκώμια της πόλης από τον εκλιπόντα Στραβίνσκυ και τον Έζρα Πάουντ, που βρίσκεται ήδη εκεί, με την Όλγα Ρατζ, από νωρίτερα το πρωί, πριν ακόμη το φέρετρο μετακινηθεί από το παρεκκλήσιο στο κεντρικό κλίτος του ναού.[1] Ο δήμαρχος απαγγέλλει τη «Νυχτερινή Λιτανεία» του Πάουντ.

Ακολουθούν τρία μουσικά κομμάτια του Γκαμπριέλλι και τα Requiem Canticles του Στραβίνσκυ, από τη ορχήστρα του La Fenice, που διεύθυνε ο ίδιος ο Κραφτ. Και γύρω στις 12:30 έρχεται η ώρα να βάλει Ευλογητός για την ορθόδοξη νεκρώσιμη ακολουθία ο νεαρός αρχιμανδρίτης Χερουβείμ Μαλισιάνος, ο οποίος αγέρωχος κι επιβλητικός, θυμιάζει ιεροπρεπώς τον νεκρό, αδιαφορώντας για τους παπαράτσι, τα συνεργεία της τηλεόρασης, τα εκτυφλωτικά κι αδιάκριτα φλας και τους προβολείς καθώς και για την αμήχανη παρουσία του καθολικού ποιμνίου.

Αντιγράφω από τις αναμνήσεις του Κραφτ: «Ο Μαλισιάνος, ένας νέος άντρας με μαύρα μάτια, μελαμψή επιδερμίδα, μαύρη κόμη και γενειάδα, και τη γοητεία ενός Βυζαντινού Παντοκράτορα είναι ένας εκθαμβωτικός ερμηνευτής, ακούγοντας και παρακολουθώντας, παρ’ όλο που οι χειρονομίες του είναι απλές: είτε σηκώνει το χέρι του είτε χαμηλώνει το τέταρτο δάχτυλο, με τον Ορθόδοξο τρόπο, αγγίζοντας τους κροτάφους και την καρδιά του[2] (έτσι ακριβώς όπως ο Ίγκορ Στραβίνσκυ, εντελώς αδύναμος να φέρει το χέρι του απ’ τον ένα ώμο στον άλλον, σταυροκοπήθηκε τη νύχτα πριν πεθάνει)˙ ή καθώς κουνά το θυμιατό γύρω απ’ το φέρετρο, με παρατεταμένους θυμιατισμούς προς την κατεύθυνση του κεφαλιού. Επιδεικτικός είναι μονάχα όταν κλείνει τα μάτια, αλλά αυτό έχει σαν αποτέλεσμα τη σιγή ολόκληρου του εκκλησιάσματος και την πρόσκληση σε προσευχή».
Και συνεχίζει: «Τι θεσπέσια μουσική είναι αυτοί οι ύμνοι, υπολείμματα του Βυζαντίου παραφορτωμένα με αλλοιώσεις από τη Συριακή, Εβραϊκή κι Αραβική Ανατολή,  αν και νοθευμένα λόγω έλλειψης μιας στήλης της Ροζέτας που να συσχετίζει τα διάφορα συστήματα σημειογραφίας. Δεν είναι ν’ απορείς που οι υμνογράφοι ήταν τόσο σημαντικοί στο Βυζάντιο! Πόσο όμορφες επίσης είναι οι ελληνικές λέξεις: μακάριος, φιλάνθρωπος, έλεος και όσιος. Η ψαλμωδία είναι μια τέχνη ρυθμικής αγωγής, με το κράτημα, την παρακλητική, το απόδομα˙ και μια τέχνη διακοσμητική, όπως το κύλισμα ή οποιοδήποτε όνομα έχει αυτό το τσάκισμα του συναισθήματος στην φωνή και το αποτέλεσμα που δημιουργείται σαν αργοσβήνει στην τελευταία νότα, έτσι που ο ακροατής να παραμένει αβέβαιος εάν όντως καν εψάλη. Την τέχνη αυτή θα την απολάμβανε και θα την κατανοούσε πληρέστερα ο άνδρας που κείτεται τώρα νεκρός.»
Οι ερμηνευτικές ικανότητες του αρχιμανδρίτη γίνονται ιδιαίτερα εμφανείς και προς το τέλος της ακολουθίας σαν παίρνει από το χέρι την χήρα –ηθοποιό την ίδια και μπαλαρίνα– για να αποδώσει τον ύστατο ασπασμό στο φέρετρο.


Βγαίνοντας από την εκκλησία το φέρετρο κατακαλύπτεται από τριαντάφυλλα κι ακολουθούν στεφάνια άνθινα, τοποθετείται σε μια γόνδολα ενώ πλήθος κόσμου, φωτογράφοι και ρεπόρτερ, συγγενείς και γνωστοί, περίεργοι και τουρίστες συσσωρεύονται για να παρακολουθήσουν το θέαμα.  Ο αρχιμανδρίτης στητός καταμεσής της πρώτης γόνδολας, με το μαυροφορεμένο πλάι του παπαδάκι που ορθώνει τον σταυρό, προηγείται της νεκρώσιμης πομπής που πορεύεται πάνω από τα ύδατα προς το αντικρινό νησάκι-κοιμητήριο του Σαν Μικέλε. Οι φωτογράφοι και τα τηλεοπτικά συνεργεία πανταχού παρόντα.

Ο Αυστραλός ποιητής Peter Porter θα έγραφε:
La Déploration sur la mort d’Igor Stravinsky

From Colleoni’s shadow
in a final purple,
out of the grinners’ black,
an old man in a box
is carried to a gondola
and warped to the Isle
of the Dead: the cypress dark
must come to everyone
or the refining fire.
This is the death of Europe,
this is the eclipse―
an oar rises on the lagoon,
the flies rise from the camera-
man’s breakfast. Pray
for all who have not known
such love and energy
we are all guilty of dying,
we have gone under trees
in the buzz of water,
expatriates of godsend
lamenting the machine
of genius and the Great Chute
of Twentieth-Century Death.
(Preaching to the Converted, Oxford University Press, 1972)

Η πένθιμη πομπή αποβιβάζεται στην όχθη του νησιού και κατευθύνεται προς το «Rep. Greco», που βρίσκεται στριμωγμένο στην ακριανή πλευρά του εξωτερικού τοίχου του νησιού. Στο μικρούτσικο παρεκκλήσι απευθύνονται οι τελευταίες ευχές του τρισαγίου και τα Κύριε ελέησον, ενώ οι φωτογράφοι έχουν στηθεί και περιμένουν έξω πάνω από τον ανοιχτό τάφο, που βρίσκεται πιο δίπλα από αυτόν του Ντιαγκίλεφ.

Καθώς ξεκινά η ταφή «ο Μαλισιάνος, σαν άλλος Άμλετ, κουβεντιάζει με τους δύο νεκροθάφτες, αλλά χαμηλόφωνα, λέγοντάς τους στα βενετσιάνικα να το κάνουν σωστά μιας κι η ταφή είναι μια λίγο ως πολύ μόνιμη κατάσταση. Το πράττει όμως αυτό χωρίς να διακυβεύει την ιερατική του αξιοπρέπεια (η οποία παραμένει απαραβίαστη, ούτως ή άλλως, όπως νιώθω στο τέλος της ακολουθίας, καθώς δεν μας αφήνει να φιλήσουμε το χέρι του, όπως απαιτείται [το συναισθηματικό λεξικό του Κραφτ δεν νογάει τη διακριτική, αρχοντική, ευγένεια μιας τέτοιας μη-χειρονομίας]). Κι ύστερα η τρομερή στιγμή: τα σχοινιά κατεβάζουν το φέρετρο, ο αρχιμανδρίτης βοηθά την Βέρα να ρίξει την πρώτη χούφτα χώμα (εδώ), και το όνομα IGOR STRAVINSKY στην ατσάλινη πλακέτα αστράφτει για μια ελάχιστη, τελευταία φορά στον ήλιο».

Ο θάνατος, η κηδεία κι η ταφή του Στραβίνσκυ, παρά τη διαφορά των ημερών, εντέλει συνέβησαν μέσα σ’ ένα μακρόσυρτο Μεγαλοβδόμαδο˙ διόλου αταίριαστος συμβολισμός. Η γυναίκα του Βέρα τον ακολούθησε 11 χρόνια αργότερα, και τάφηκε πλάι του. Ενάμιση χρόνο μετά από αυτόν πέθανε κι ο Πάουντ και κηδεύτηκε στην Βενετία, χωρίς όμως τη δημοσιότητα και το πλήθος του κόσμου που συνόδευσε τον Στραβίνσκυ (είχε προνοήσει η Όλγα Ρατζ!) κι ετάφηκε καταντικρύ των ορθοδόξων Ρώσων, έχοντας πια στο πλάι του κι αυτός την Όλγα. Όσες φορές κι αν έψαξα προσεκτικά στα βίντεο δεν μπόρεσα να ξεδιακρίνω πουθενά τον γέρο Έζρα, τον miglior fabbro.


[1] Και φυσικά όχι στον ναό του Σαν Τζόρτζιο Ματζιόρε, όπως λανθασμένα γράφουν ότι έγινε η κηδεία, όλοι οι βιογράφοι του Πάουντ (η Conover, η Nadel, και προσφάτως ο Moody, ακολουθώντας όλοι τους εν προκειμένω την Conover).
[2] Μάλλον πρόκειται για μικροσύγχυση ή άγνοια του Κραφτ.

~·~

Όλα τα στοιχεία αντλήθηκαν από:
Craft Robert, Stravinsky: Chronicle of a Friendship, Vanderbilt University Press, 1994.
Walsh Stephen, Stravinsky, The Second Exile: France and America, 1934-1971, Knopf, 2006.
Boyd-Bennett Harriet, “Stravinsky’s timely excavations,” (Opera in PostWar Venice), CUP, 1951.
https://www.ilsaggiatore.com/wp-content/uploads/2021/03/2021_03_19-Venerdi-Restagno.pdf.
https://theamericanscholar.org/a-requiem-of-ones-own/


γυναίκειας άρπας ιστορήσεις, περασμένες

Mahsati and Amir Ahmad see each other for the first time (British Library Or.8755, f. 29v)

Παρασυρμένος από ένα πέρσικο χειρόγραφο του 1462, που πρόσφατα παρουσίασε ψηφιοποιημένες μινιατούρες του η Βρετανική Βιβλιοθήκη (εδώ), άρχισα να διαβάζω για την ερωτική ιστορία που το ανώνυμο αυτό μυθιστόρημα αφηγείται ανάμεσα στην Ιρανή ποιήτρια και μουσικό Μαχαστί και τον Αμίρ Άχμαντ ιμπν Χατίμπ, τον γιο του ιεροκήρυκα καταπώς δηλοί και το πατρώνυμό του. Άλλη μια περσική ερωτική μυθιστορία, με το ενδιαφέρον να εστιάζεται στα ρουμπαγιάτ που αντάλλαζαν μεταξύ τους οι ερωτευμένοι και στην ελευθεριότητα που επεδείκνυε στη ζωή και στις συναναστροφές της η ποιήτρια-μουσικός Μαχαστί, εκεί γύρω στον 11ο με 12ο αιώνα. Εργαζόμενη σε μια ταβέρνα, πίνει κρασί, απαγγέλλει ποίηση (έχοντας εξαιρετική ικανότητα στον αυτοσχεδιασμό και την άμεση δημιουργία ρουμπαγιάτ), ερωτοτροπεί κι ερωτεύεται και παίζει μουσική με την άρπα της.
Παρ’ όλα αυτά, η προσοχή μου σύντομα στράφηκε στη μινιατούρα που ιστορεί την Μαχσατί να κρούει τις χορδές της άρπας της. Κι αυτό γιατί αμέσως ανακάλεσα μιαν άλλη παμπάλαιη ανιστόρηση, σε ψηφιδωτό αυτή τη φορά, ξενιτεμένο και τούτο σε έναν άλλο ευρωπαϊκό τόπο, το Μουσείο του Λούβρου, αποσπασμένο απ’ το σασανιδικό παλάτι της Μπισαπούρ στο Ιράν, την πόλη του Σαπώρ. Του Σαπώρη, του μεγάλου και τρομερού εχθρού των Ρωμαίων και δεύτερου σασανίδη βασιλέως των βασιλευόντων τον τρίτο αιώνα˙ ταπείνωσε ήδη τρεις Ρωμαίους αυτοκράτορες, χρησιμοποιώντας μάλιστα τον τελευταίο, τον Βαλεριανό, σαν υποπόδιο για να καβαλικέψει το φαρί του, σύμφωνα με τα όσα η ίδια η βασιλική του προπαγάνδα μεγαλόπρεπα κι επιδεικτικά κομπάζει στα ανάγλυφα της Μπισαπούρ. (Στην τελευταία δεκαετία της βασιλείας του βέβαια, η κυριαρχία του στην Ανατολή και στη Συρία ειδικότερα αμφισβητήθηκε επιτυχώς πολεμικά από τον Οδέναθο, τον άρχοντα και θεμελιωτή της αναδυόμενης Παλμύρας, αλλά δε θα ξεστρατίσω τώρα προς τα κει).

Το περίφημο λοιπόν ψηφιδωτό του παλατιού του Σαπώρη παρουσιάζει μια καθιστή, σχεδόν ολόγυμνη (να πεις ημίγυμνη θα είναι τυπικός κι άχαρος ακαδημαϊκός φιλολογισμός) με τα μαύρα της χυτά μαλλιά να κρούει μιαν άρπα τεράστια. Σήμερα οι αρχαιολόγοι κι οι ιστορικοί μας λεν πως το σωζόμενο ψηφιδωτό δεν ήταν παρά ένα από τα πολλά που περιέτρεχαν τους τοίχους του παλατιού με παρόμοιες απεικονίσεις γυναικών μουσικών, χορευτριών, αυλικών στεφανωμένων με άνθινα στεφάνια κλπ.
Θυμήθηκα ξανά αυτό το ψηφιδωτό το σασανιδικό, το προ-ισλαμικό, με τη γυμνή αρπίστρια, και περιπλέχτηκε η θύμησή του με τη μινιατούρα της ‘ελευθεριάζουσας’ αρπίστριας-ποιήτριας Μαχαστί, απ’ το χειρόγραφο το ιρανικό, ενός κόσμου ισλαμικού, που θέλει τον γιο ενός ιεροκήρυκα της χούτμπα της Παρασκευιάτικης προσευχής να ερωτεύεται τρελά κι ανυπόφορα την Μαχαστί. Κι η ερώτηση στριφογυρνάει στον νου: πώς στο καλό συνεχίζεται ανάλλαγη τούτη η παράδοση, η γυναίκεια μουσική της άρπας, δώδεκα αιώνες κατόπι, μέσα από τις εικόνες και τις γραφές τις περσικές; Θαυμάζει κανείς και συνάμα απορεί με τους τρόπους που εγκολπώνεται η ιρανική ψυχή το ελαμιτικό, μεσοποταμιακό, αχαιμενιδικό, σασανιδικό, εκάστοτε προ-ισλαμικό, παρελθόν της μες στο μετα-ισλαμικό ιρανικό σύμπαν της, κατορθώνοντας μιαν ανάκραση θαυμαστή, ιδίως όπως εδώ με τις χορδές ενός οργάνου, που ας σημειωθεί εξέλιπε ήδη απ’ τα σαφαβιδικά χρόνια, το αργότερο στις αρχές του 17ου αιώνα; Υπάρχουν όμως κι ενδιάμεσες συνέχειες, συνδετικές αυτού του θέματος, του παρμένου απ’ το σασανιδικό πολιτιστικό κοσμοείδωλο.

Η θύμηση των σασανιδικών ψηφιδωτών και των ανάγλυφων της Μπισαπούρ ανέσυρε μαζί της και τ’ άλλα περίφημα ανάγλυφα του Τακ-ε μποστάν, έξω απ’ το Κερμανσάχ, του 4ου αιώνα. Και για την ακρίβεια το παράδοξο (ίσως για μας) της σύνδεσης ενός αρχαίου ιρανικού μοτίβου, αυτού του κυνηγιού, με τη μουσική, και δη αυτή της κρούσης της άρπας. Κι εξηγούμαι. Στον έναν πλαϊνό τοίχο του μεγάλου ιβάν-αψίδας, παριστάνεται ανάγλυφο το βασιλικό κυνήγι του κάπρου. Κι εκεί ανάμεσα στον μέγα σάχη που κυνηγά τα θηράματά του, τους στρατιώτες του και τους ελέφαντες που συνδράμουν το κυνήγι του, εκεί λοπόν μες στα βαλτοτόπια όπου ο βασιλέας των βασιλέων ορθός, πανύψηλος ίδιος θεός κι αγέρωχος τεντώνει το τόξο του, έχει για συνοδειά του σε δυο βάρκες μέσα χορούς ολόκληρους από γυναίκες αρπίστριες.


Φαίνεται πως ένα κομμάτι αυτής της παράδοσης του βασιλικού κυνηγιού, συνοδευμένου απ’ το γυναίκειο άρπισμα, μάλλον συνδέθηκε και διαμορφώθηκε στους θρύλους γύρω απ’ το κυνήγι του μυθοποιημένου βασιλιά Μπαχράμ Γκουρ (Βαχράμ/Βαράμη Ε΄) και ισχυροποιήθηκε στη μνήμη και τη φαντασία του ιρανικού λαού ώστε σύντομα να αρχίσει να το αποτυπώνει σε σφραγίδες και γύψινες διακοσμήσεις, μέχρι να φτάσει ο Φερντόσι να το απαθανατίσει στο Σαχναμέ του κι από κει κι έπειτα να ιστορηθεί σε κεραμικά και χειρόγραφα του 11ου ίσαμε και 14ου αιώνα.

Bahram Gur and Azada, from a Shahnama of Firdausi, 1500s (www.clevelandart.org)

Σύμφωνα με τον Φερντόσι, ο Μπαχράμ Γκουρ, διαμένοντας στα νιάτα του στη Χίρα, στην αυλή του άραβα Λαχμίδη ηγεμόνα αλ-Μουνδίρ ιμπν αλ-Νου’μάν (τον Αλαμούνδαρο Α΄ των ελληνικών πηγών), αποκτά σκλάβα του τη Ρωμιά κι άφταστη αρπίστρια Αζαντέ. (Αυτή η μνεία των Λαχμιδών Αράβων, υπονοεί και προϋποθέτει τη συμμαχία που έχουν συνάψει οι Σασανίδες κατ’ αντιστοιχίαν προς τη συμμαχία που έχουν συνάψει με τους Γασσανίδες Άραβες οι μόνιμοι αντίπαλοί τους Ρωμαιοβυζαντινοί, ώστε αμφότεροι οι υπόσπονδοι Άραβες να συγκρατούν τις επιδρομές των αραβικών φυλών εκτός των ορίων/limes των αυτοκρατοριών των αντιμαχομένων).

Κάθε που έβγαινε για κυνήγι ο Μπαχράμ έπαιρνε πάνω στην καμήλα του την Αζαντέ που έκρουε τη λύρα της. Σ’ ένα τέτοιο κυνήγι μια φορά, όταν αντίκρισαν δυο γαζέλες, η Αζαντέ προκάλεσε την αξιοσύνη του Μπαχράμ. Μα σαν ο Μπαχράμ κατάφερε να επιτελέσει δεξιοτεχνικά την πρόκληση του κυνηγιού όπως του το είχε ζητήσει η Αζαντέ, εκείνη έβαλε κλάματα σπαραχτικά μπρος στα νεκρά κορμιά των γαζελών και του ’πε πως δεν είναι άνθρωπος παρά δαίμονας για να προκαλεί τόσο κακό. Αμέσως τότε ο Μπαχράμ την γκρέμισε πάνω από τη ράχη της καμήλας μαζί με την άρπα της και το ζώο την ποδοπάτησε, αφήνοντάς τη νεκρή, άπνοη. Αυτός ο θρύλος πέρασε σ’ άλλες κατοπινές διηγήσεις, με την κατάληξη αλλαγμένη προς ένα αισιότερο τέλος. Όπως άλλωστε κι ο ποθοπλάνταχτος μουσικο-ποιητικός, μες στο μεθύσι του κρασιού βουτηγμένος, έρως της αρπίστριας Μαχαστί με τον γιο του ιεροκήρυκα της Παρασκευής Αμίρ Άχμαντ, κατέληξε σ’ ένα ευσεβή γάμο και τη δημιουργία μιας θεοσεβούς οικογένειας.


Η άρπα (τσανγκ στα φαρσί), μαρτυρημένη ήδη απ’ τα χρόνια των Σουμερίων στη Μέση Ανατολή κι απ’ το 4000 π.Χ. στο Ιράν, εξαφανίστηκε στα χρόνια των Σαφαβιδών από το Ιράν κι η λέξη που τη δήλωνε απέμεινε σε μεταγενέστερα γραφτά να σημαίνει μονάχα έναν μουσικό όρο κι όχι το συγκεκριμένο όργανο, την ίδια στιγμή που η παρουσία της στην Ευρώπη εδραιωνόταν. Πρόσφατα Ιρανοί κατασκευαστές μουσικών οργάνων και μουσικοί, αποπειράθηκαν την ανακατασκευή της με βάση τις τόσες απεικονίσεις της.

Της Περσεφόνης Κόρης

Proserpine 1874 Dante Gabriel Rossetti 1828-1882 Presented by W. Graham Robertson 1940 http://www.tate.org.uk/









































Κόρη

Μάλιστα, πέρασε απ’ εδώ κι ευλόγησε τα στάχυα
τις θημωνιές και τα ψηλά δεμάτια,
τα ειρηνικά του αγρότη σπιτικά
κι όλα τα φύλλα, κόκκινα, ξανθά.
Μάλιστα, πέρασε
κρατώντας παπαρούνες στην αγκάλη,
κάτω από τ’ άστρο που το μούχρωμα μαζώνει,
μέσ’ απ’ τη σιγαλιά της καταχνιάς,
κι ευλόγησε τη γης
και χάθηκε δίχως κανείς να τη γνωρίσει.

Με βήματα δισταχτικά, τα μάτια θαμπωμένα,
βαριά τα βλέφαρα απ’ τον ύπνο που ανατέλλει,
τ’ ανώριμά της στήθη
στου στεναγμού τ’ ανέβασμα δοσμένα,
σαν ίσκιος που περνάει μεσ’ απ’ τα πρόβατα,
κι η γης στα ονείρατα παραδομένη.
Μονάχα εγώ την ένιωσα την αύρα
που ανάδιναν τ’ ανάλαφρα μαλλιά της.

Στων άφωνων ονείρων την ειρήνη
πνιγμένη ξαπλωνόταν γύρω η χώρα˙
κανένας ψίθυρος μες στα κλαριά,
κανένα πένθιμο τραγούδι στα ποτάμια˙
μονάχα εγώ ξεχώρισα τη σκιά στο μέτωπό της,
μονάχα εγώ το γνώρισα το Θύμα της Χρονιάς
και δάκρυσα, κι ώσπου να ξαναρθεί δακρύζω.
~·~

Αυτό το ποίημα για την Περσεφόνη, του Αυστραλού Φρέντερικ Μάννινγκ, μετέφρασε το 1985 ο Κ. Α. Τρυπάνης αποδίδοντάς το λανθασμένα στον Έζρα Πάουντ (Νέα Εστία, τ. 1401, 15 Νοεμβρίου 1985). Η αλήθεια είναι πως ο Πάουντ είχε εντυπωσιαστεί από το ποίημα του Μάννινγκ που το βρήκε όμορφο και το επαίνεσε χωρίς καμιά επιφύλαξη, στέλνοντάς το στον φίλο του Φορντ Μάντοξ Φορντ, τον Νοέμβριο του 1909. Η σύγχυση του Έλληνα μεταφραστή πρέπει να δημιουργήθηκε επειδή ο ίδιος ο Πάουντ έγραψε ως απάντηση στο ποίημα αυτό του Μάννινγκ το πρώτο ποίημα που συμπεριέλαβε στην τρίτη συλλογή του Canzoni «CANZON: THE YEARLY SLAIN (WRITTEN IN REPLY TO MANNING’S “KORÈ.”)», το 1913, το οποίο συμπεριέλαβε κι ο Έλιοτ στην Επιλογή των ποιημάτων του φίλου του Πάουντ που έκανε για τον Φέϊμπερ το 1928. Έκτοτε ο Πάουντ το αφαίρεσε πλέον από τα Personae, χωρίς όμως ποτέ να πάψει η Περσεφόνη να κατατρύχει την ποίηση και τη ζωή του, ως το τέλος του. Παρακάτω παραθέτω το πρωτότυπο του Μάννινγκ και στη συνέχεια, το οριστικά πια αποκηρυγμένο από τα παουντικά Personae. Ας σημειωθεί μόνον πως ο τίτλος του ποιήματος του Πάουντ «Ο ετήσια σφαγιασμένος» προέρχεται από τον προτελευταίο στίχο του Μάννινγκ.
~·~

Korè

Yea, she hath passed hereby, and blessed the sheaves,
And the great garths, and stacks, and quiet farms,
And all the tawny, and the crimson leaves.
Yea, she hath passed with poppies in her arms,
Under the star of dusk, through stealing mist,
And blessed the earth, and gone, while no man wist.

With slow, reluctant feet, and weary eyes,
And eye-lids heavy with the coming sleep,
With small breasts lifted up in stress of sighs,
She passed, as shadows pass, among the sheep;
While the earth dreamed, and only I was ware
Of that faint fragrance blown from her soft hair.

The land lay steeped in peace of silent dreams;
There was no sound amid the sacred boughs.
Nor any mournful music in her streams:
Only I saw the shadow on her brows,
Only I knew her for the yearly slain,
And wept, and weep until she come again.

(Frederic Manning)
~·~


CANZON: THE YEARLY SLAIN
(WRITTEN IN REPLY TO MANNING’S “KORÈ.”)

“Et huiusmodi stantiae usus est fere in omnibus cantionibus suis
Arnaldus Danielis et nos eum secuti sumus.”
DANTE, De Vulgari Eloquio, II. 10.

I
Ah! red-leafed time hath driven out the rose
And crimson dew is fallen on the leaf
Ere ever yet the cold white wheat be sown
That hideth all earth’s green and sere and red;
The Moon-flower’s fallen and the branch is bare,
Holding no honey for the starry bees;
The Maiden turns to her dark lord’s demesne.

II
Fairer than Enna’s field when Ceres sows
The stars of hyacinth and puts off grief,
Fairer than petals on May morning blown
Through apple-orchards where the sun hath shed
His brighter petals down to make them fair;
Fairer than these the Poppy-crowned One flees,
And Joy goes weeping in her scarlet train.

III
The faint damp wind that, ere the even, blows
Piling the west with many a tawny sheaf,
Then when the last glad wavering hours are mown
Sigheth and dies because the day is sped;
This wind is like her and the listless air
Wherewith she goeth by beneath the trees,
The trees that mock her with their scarlet stain.

IV
Love that is born of Time and comes and goes!
Love that doth hold all noble hearts in fief!
As red leaves follow where the wind hath flown,
So all men follow Love when Love is dead.
O Fate of Wind! O Wind that cannot spare,
But drivest out the Maid, and pourest lees
Of all thy crimson on the wold again,

V
Korè my heart is, let it stand sans gloze!
Love’s pain is long, and lo, love’s joy is brief!
My heart erst alway sweet is bitter grown;
As crimson ruleth in the good green’s stead,
So grief hath taken all mine old joy’s share
And driven forth my solace and all ease
Where pleasure bows to all-usurping pain.

VI
Crimson the hearth where one last ember glows!
My heart’s new winter hath no such relief,
Nor thought of Spring whose blossom he hath known
Hath turned him back where Spring is banished.
Barren the heart and dead the fires there,
Blow! O ye ashes, where the winds shall please,
But cry, “Love also is the Yearly Slain.”

VII
Be sped, my Canzon, through the bitter air!
To him who speaketh words as fair as these,
Say that I also know the “Yearly Slain.”

(Ezra Pound)

βέλη απρόσμενα

Λεπτομέρεια από το ‘σάλι της Σαβίνας’, Μουσείο Λούβρου, Παρίσι.

Η βροχή συνέχιζε ασταμάτητη απ’ το πρωί κι ενώ είχε πια μεσημεριάσει, εγκλωβισμένος τόσες ώρες μες στο Λούβρο, κάθισα να πάρω μια ανάσα κι είπα να περιφέρω τη ματιά μου στα σκοτεινά δώματα με τα αιγυπτιακο-ρωμαϊκο-κοπτικά. Μοιραία όμως το βλέμμα δεν έπεφτε σε ό,τι το είχε ήδη θαμπώσει αλλά τριγύριζε σε λεπτομέρειες που του είχαν πρωτύτερα ξεφύγει. Κι έτσι επικεντρώθηκε στην υφαντή τη ζωγραφιά απ’ το ολόστικτο, σε κάμπο φοινικόχρωμο, σάλι της Σαβίνας, που της αγκάλιαζε τους ώμους μέσα στο κιβούρι της, σαν το πρωταντικρύσανε οι αρχαιολόγοι στην Αντινόη (την Αντινόου πόλιν) πολλούς αιώνες αργότερα, το 1902-1903.
Είναι η Δάφνη κι ο Απόλλωνας. Περίεργη η ματιά όμως στάθηκε στην παράξενη κι απρόσμενη λεπτομέρεια: στον Απόλλωνα που τραβάει το βέλος απ’ τη φαρέτρα του για να τοξέψει (τη Δάφνη;) λες κι είν’ ο φτερωτός ανηλεής θεός. Κι ενώ η Δάφνη σαρκώνεται ολόκλειστη μες στου ομώνυμου φυτού το κορμί, με το δεξί της χέρι προσφέρει στον τοξευτή (μα και λυράρη θεό) ένα σταυρόσχημο άνθος. (Πώς σειούνται κι ανεμίζουν της δάφνης τα φύλλα κι οι κορδέλλες οι περιζωσμένες στον κίονα ολοτρόγυρα, ριπίζοντας τη γύμνια των κορμιών των ασάλευτων, μες σε τούτης της λαϊκότροπης -μα και συγκρητιστικά υποψιασμένης κι αρθρωμένης- ναϊβιτέ τ’ ολοκύμαντο πλέγμα!). Είμαστε στα τέλη του 5ου-αρχές του 6ου μ.Χ. αιώνα.
Αργότερα, διαβάζοντας του Οβίδιου τις Μεταμορφώσεις, έμαθα πως κι ο έρως και τα βέλη του μπλέχτηκαν σε αυτή την ιστορία από τα καυχησιάρικα λόγια του Απόλλωνα για τα δικά του βέλη.
Παραθέτω λοιπόν την αρχή της οβιδιακής μεταμόρφωσης, στην οποία οδήγησε η αλαζονική περιφρόνηση του θεού της μαντικής στα βέλη του μικρόπαιδου της Αφροδίτης:

Η Δάφνη, θυγατέρα του Πηνειού,
η πρώτη του Απόλλωνα αγάπη –
δεν το ’φερε η τύχη στα τυφλά,
μόνο του Έρωτα θυμός αγριεμένος.
Ήταν οι μέρες κείνες που ο θεός
καμάρωνε σα νικητής του δράκου˙
της Αφροδίτης σύντυχε το γιο,
που τάνυζε χορδή πάνω στο τόξο,
και «τι μπερδεύεσαι με τ’ άρματα εσύ,
παλιόπαιδο», του είπε, «τ’ αντρειωμένα;
Τέτοια μονάχα οι άντρες τα φορούν
και στις δικές μου πρέπουνε τις πλάτες.
Έχω σημάδι αλάθευτο – εχτρούς
λαβώνω και θεριά αγριεμένα˙
νά τώρα δα τον Πύθωνα αυτόν,
που σπειρωτός εμόλευε τον τόπο,
με σαϊτιές αμέτρητες εγώ
τον έστρωσα στη γη τουμπανιασμένο.
Μόνη δουλειά σου εσένα το δαδί –
ν’ ανάβεις τις καρδιές, κι αυτό σου φτάνει!
Μη θες απ’ τα δικά μου μερτικό,
κι εκεί που δε σε σπέρνουν μη φυτρώνεις!»
Είπε της Αφροδίτης το παιδί
«ρίξε σαϊτιές στους πάντες και στα πάντα,
κι εγώ σ’ εσένα, Απόλλωνα.
Θεού κατώτερα τα ζωντανά της πλάσης,
κι η δόξα στο δικό σου μερτικό
κατώτερη απ’ τη δικιά μου δόξα».
Τέτοια τα λόγια του Έρωτα. Μετά
χτυπώντας τα φτερά του ανελήφθη
και με σβελτάδα στήθηκε ψηλά
στου Παρνασσού τη δασωμένη ράχη.
Μες στη φαρέτρα βέλη δυο λογιώ,
γι’ άλλη δουλειά φκιαγμένο το καθένα:
φέρνει τον έρωτα το ένα στις καρδιές,
τον έρωτα τον αποδιώχνει τ’ άλλο.
Αυτό που φέρνει έρωτα χρυσό
κι αστραφτερή στην άκρια του η μύτη,
το δεύτερο δεν είναι σουβλερό
κι η αιχμή του στομωμένη με μολύβι.
Το στομωμένο το ’ριξε ο θεός
στην Πηνειάδα κόρη, και το άλλο
τον Φοίβο βρήκε, κι η λαβωματιά
πήγε βαθιά, ώς μέσα στο μεδούλι.
Εκείνος νιώθει έρωτα, αυτή
για έρωτες μήτε ν’ ακούσει στέργει…»
(Η μετάφραση από τις Μεταμορφώσεις του Οβιδίου, Α΄βιβλίο στίχοι 452-474, είναι του Θ. Δ. Παπαγγελή, Σώματα που αλλάξαν τη θωριά τους, Gutenberg 2009).

Τον ίδιο πάντως 5ο αιώνα, που το κοπτικό σάλι της Σαβίνας θέλει τον Απόλλωνα να τοξεύει τη Δάφνη, αφήνοντας τη λύρα του ανέγγιχτη, θρονιασμένη δοξαστικά πάνω σε κίονα κορινθιακό, πάνω σ’ ένα άλλο κοπτικό ελεφαντόδοτο ο ίδιος ο τοξευτής λυράρης θεός (ολόγυμνος και τώρα) κτυπάει τη λύρα του, τη Δάφνη για να ξεμυαλίσει (που ολόγυμνη, και πάλι αυτή, στης δάφνης το σώμα είναι χωσμένη). Αυτό βρίσκεται τώρα βορειότερα, στην αντίπερα στεριά της πάλαι ποτέ μεσογειακής αυτοκρατορίας, στη Ραβέννα.

Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Ραβέννας, 5ος μ.Χ. αι.

Κι ολάκερη εδώ η εσάρπα της μακαρίας Σαβίνας, ολοπλούμιστη μύθους ελληνικούς και μοτίβα νειλωτικά

Julianna Lees

Ο ποιητής Δ. Ι. Αντωνίου, ο «Πηλέας» κι η μοίρα του

κι᾽ ὅ,τι δοκιμάζεις σὲ δοκιμάζει
κ᾽  ὕστερα περνᾶ, τὸ ξεχνᾶς˙ γιὰ πάντα λές,
ἔτσι νομίζεις;
Ὣς τὸν τελευταῖο χαμό˙
τότε ξανάρχονται μαζὶ ὅλα τὰ περασμένα…
Δ. Ι. Αντωνίου, Μνημόσυνο στον «Πηλέα», (Ινδίες)

Αν κι η πρώτη παρόρμηση στη μνήμη του ποιητή Δημητρίου Ι. Αντωνίου είναι να μιλήσεις για τις χιονισμένες μυγδαλιές που λευκοροδανθίζουν στους κάμπους της ποίησής του, μια σημείωσή του με σπρώχνει να θυμηθώ με τρόμο τη βαρβαρική επίθεση των Γερμανών ναζήδων στον Πηλέα (μαζί και στο ναυάγιο) το 1945, στο φορτηγό πλοίο που ανήκε στην οικογένειά του, και που πάνω του υπηρέτησε από το 1928 ως το 1936. Στη σημείωσή του για το ποίημα του παραθέματος, γράφει: «το καράβι που υπηρέτησα σαν δόκιμος και αξιωματικός για πολλά χρόνια. Χάθηκε από τορπιλλισμό γερμανικού υποβρυχίου στις 13 Μαρτίου 1944 το σούρουπο ανοιχτά 600 μίλια από τις αχτές της Δυτ. Αφρικής. Οι τέσσαρες ψυχές που γλύτωσαν έμειναν πάνω σε σχεδία ώς τις 20 Απριλίου, οι άλλοι χάθηκαν από πολυβολισμό και χειροβομβίδες του γερμανικού αυτού υποβρυχίου. Βλέπε σχετικά στο περιοδικό Ναυτικά Χρονικά αριθμός 247/6, 15 Σεπτ. 1945».
Τις σελίδες 10-12 αυτού του περιοδικού παραθέτω παρακάτω, όπου η ζωή -μέσα απ᾽ την αφήγηση του επιζώντος υποπλοιάρχου- φτιάχνει μια από τις αληθινές της ιστορίες, τέτοια που η τέχνη (μόνον η μεγάλη, η τρανή) μπορεί αχνά κάπως ν᾽ απομιμηθεί.