O Captain! My Captain!

Η πρώτη δημοσιευμένη στα ελληνικά -κι αβιβλιογράφητη-μετάφραση (εξ όσων γνωρίζω) ενός ποιήματος -μάλλον υπερεκτιμημένου- που γνώρισε μεγάλη δημοφιλία τόσο στην εποχή του Γουΐτμαν όσο και στην εποχή μας (εξαιτίας της κινηματογραφικής του διάδοσης). Γραμμένο για τον πρόεδρο Λίνκολν, εξαιτίας της δολοφονίας του, τον οποίο ο ποιητής δεν είχε γνωρίσει προσωπικά. Ο Γουΐτμαν το έγραψε το 1865 και το συμπεριέλαβε στην τέταρτη έκδοση των Φύλλων Χλόης το 1867, αλλά μέχρι και την τελική έκδοση, όπως φαίνεται άλλωστε και από τη φωτογραφία, το διόρθωνε. Η μετάφραση αυτή του Παναγιώτη Α. Χρονόπουλου (από τη συλλογή του Ξύπνια Όνειρα), το 1929, είναι και η μόνη μέχρι σήμερα που το αποδίδει με ρίμες, χωρίς να ακολουθεί τις ρίμες του πρωτοτύπου ή το μέτρο του.

Ω ΚΑΠΕΤΑΝΙΕ, ΚΑΠΕΤΑΝΙΕ ΜΟΥ!

Ὦ Καπετάνιε! Καπετάνιε μου! νά, ποὺ τελείωσε τώρα
Τὸ τρομερὸ ταξεῖδι μας, κάθε κακὸ κανάλι
Πλεύρισε τὸ καράβι μας καὶ μὲ τὰ πλούσια δῶρα
Γυρνοῦμε· τὸ λιμάνι μας καταντικρὺ προβάλλει.

Ἀκούω καμπάνες νὰ χτυποῦν καὶ γιορτοφορεμένο
Βλέπω τὸν κόσμο νὰ θωρῆ τὸ θαλασσοδαρμένο
Κι᾽ ἀτρόμητο καράβι μας ἀλλὰ ὦ καρδιά! καρδιά! καρδιά!
Ὦ, ἡ κάθε κόκκινη αἱματοσταλαγματιά…
Ἐπάνω στὸ κατάστρωμα τὸ κορμί σου ἔχει γύρει
Τὸ παγωμένο κι᾽ ἄψυχο, καλὲ Καραβοκύρη.

Ὦ Καπετάνιε! Καπετάνιε μου! σήκω, τὰ σήμαντρα χτυπᾶνε,
Γιὰ σὲ ἡ σημαία φτεροκοπᾶ κ᾽ ἡ σάλπιγγα ἀλαλάζει,
Γιὰ σὲ τὰ πλήθη στὸ γιαλὸ προσμένουν καὶ κυττάνε,
Γιὰ σὲ μ᾽ ἀνθοὺς καὶ στέφανα ᾽κεῖνος ὁ κόσμος κράζει.
Ἀπάνω, ἐδῶ στὸ χέρι μου ἡ κεφαλή σου ἂς γείρη
Πατέρα ἀγαπημένε μου! Σὰν ὄνειρο μοῦ μοιάζει,
Πὼς πάνω στὸ κατάστρωμα, τ᾽ ἀκίνητο ἡσυχάζει
Καὶ παγωμένο σου κορμί, καλὲ Καραβοκύρη.

Ἀσάλευτα κι᾽ ὠχρὰ τὰ χείλη ὁ καπετάνιος μου σωπάζει
Κι᾽ οὔτε ξυπνάει στὸ χάϊδεμά μου, παλμὸ δὲν ἔχει μήτε γνώμη·
Ἀπείραχτο κι᾽ ἀκέρηο τώρα τὸ πλοῖο νικηφόρο ἀράζει,
Τελειώνει τὸ φριχτὸ ταξεῖδι, παύουν τὰ βάσανα κ᾽ οἱ τρόμοι.
Χτυπᾶτε τώρα σεῖς καμπάνες! Χαρῆτε ἀκτὲς τὸ πανηγῦρι!
Μὰ ἐγὼ μὲ βῆμα λυπημένο,
᾽Δῶ στὸ κατάστρωμα γυρίζω, ποὺ ὁ καπετάνιος μου ἔχει γύρει
Σῶμα ἄψυχο καὶ παγωμένο!

ζώντων και τεθνεώτων

Antibes, 22-6-51.

Αγαπητή Άννα,
Τη στιγμή ετούτη με χτύπησε το φοβερό μήνυμα πως ο Άγγελος έφυγε από κοντά μας. Τίποτα πια δεν μπορεί να παρηγορήσει Εσάς, τους φίλους του, την Ελάδα· ο χαμός είναι μεγάλος, μίκρανε η πατρίδα κι όσο κι αν ξέρουμε πως το έργο του θα μείνει αθάνατο, δεν παρηγοριούμαστε· ό,τι λαχταρίζουμε πάντα θάναι η σωματική του παρουσία, η φωνή του, το γέλιο του, η ματιά του, το σφίξιμο του χεριού του· μερικοί άνθρωποι έπρεπε νάναι αθάνατοι, τη στιγμή ετούτη δεν μπορώ να συχωρέσω το λεγόμενο «Θεό», που πήρε από κοντά μας τον Άγγελο κι αφήκε γύρα μας τόσους πιθήκους.
Η αγανάχτηση περιπλέκεται μέσα μου με την αβάσταχτη πίκρα· ήταν για μένα Παρηγοριά μεγάλη η παρουσία του Άγγελου στην έρημη ετούτη γης· για μένα, για την Ελάδα αλάκαιρη· τώρα σκοτείνιασε ο κόσμος.
Αγαπημένη Άννα, φιλώ το χέρι Σας, Σας αγκαλιάζει η Ελένη,
o Θεός μαζί Σας!

Ν. Καζαντζάκης
~·~
Ο Άγγελος Σικελιανός στις 19 Ιουνίου 1951, ημέρα Τρίτη 8.00 μ.μ., παραδίδει το πνεύμα. Σαν το πληροφορείται ο Νίκος Καζαντζάκης, γράφει αυτό το γράμμα στην Άννα Σικελιανού. Στις 22 Οκτωβρίου του ίδιου έτους έχοντας ήδη δει φωτογραφία της νεκρικής μάσκας του Σικελιανού, που είχε κάμει σε γύψο ο γλύπτης Θανάσης Απάρτης, και του την είχε στείλει ο Πρεβελάκης, γράφει στον αποστολέα Πρεβελάκη: «Όταν θα γυρίσω στην Ελλάδα, θ’ αγοράσω μια μάσκα [από  γύψο] να μην την αποχωριστώ πια ποτέ μου» (Π. Πρεβελάκης, Τετρακόσια Γράμματα του Καζαντζάκη στον Πρεβελάκη, σ.  641-642).
Η αρχική φωτογραφία είναι από το σπίτι-μουσείο του Άγγελου Σικελιανού στη Λευκάδα. Το χέρι που στοργικά έβαλε πλάι-πλάι το αντίγραφο της νεκρικής προσωπίδας του Σικελιανού με το γράμμα του Καζαντζάκη στην Άννα κατόρθωσε μεταθανάτια ό,τι λαχτάριζε ο Καζαντζάκης κι αποτύπωσαν οι παλιότερες, λιγοστές, νεανικές, φωτογραφίες τους: σχεδόν να σμίξει μυστικά για πάντα τη σωματική τους παρουσία· ας είναι ευλογημένο!

Πενήντα χρόνια πριν, στην Βενετία κηδεύεται ο Στραβίνσκυ

Ο Ίγκορ Στραβίνσκυ πέθανε στις 6 Απριλίου στη Νέα Υόρκη, στο προσφάτως αποκτηθέν διαμέρισμά τους, στο οποίο πρωτοπάτησαν το πόδι τους μόλις στις 29 Μαρτίου, αυτός ερχόμενος από το νοσοκομείο κι η γυναίκα του Βέρα από το ξενοδοχείο. Το ίδιο βράδυ εκείνης της ημέρας μάλιστα τους επισκέφτηκε κι ο Ώντεν και τους σχολίασε τα τελευταία λογοτεχνικά του νέα.

Ξεψύχησε τα χαράματα, Μεγάλη Τρίτη των Καθολικών, στις 5.20. Δυο μέρες νωρίτερα του δρόσιζαν τα ξεραμένα χείλη με λεμονόνερο˙ «σαν τον Χριστό με το ξύδι», είχε παρατηρήσει η Βέρα. Η απόφαση να ταφεί στη Βενετία πάρθηκε από τη Βέρα και τον Ρόμπερτ Κραφτ, τον στενό φίλο τους και μαέστρο, μέλος σχεδόν της οικογένειας. Καμμία επιθυμία δεν είχε εκφράσει να ταφεί στη Βενετία, όπως έχει γραφτεί, την αγαπούσε όμως γιατί του θύμιζε την Αγ. Πετρούπολη, τη λατρεμένη πάνω απ’ όλες τις πόλεις, μα κι είχε μείνει εκεί περισσότερο κι είχε εργαστεί δημιουργικότερα απ’ οπουδήποτε στην Ευρώπη, εκεί εξάλλου είχε πρωτοπαρουσιάσει πέντε έργα του˙ η Νέα Υόρκη δεν ήταν παρά πρόσκαιρες στάσεις και ξενοδοχεία. (Βέβαια ο Κραφτ αποσιωπά πως δεν θα ήθελε τόσο η Βέρα όσο κι αυτός να επισκέπτονται ένα μνήμα στο Λος Άντζελες, μα ούτε και στο ρώσικο κοιμητήριο της Ste. Geneviève-des-Bois, πλάι στην πρώτη του γυναίκα και την κόρη του, ανάμεσα στους τάφους τόσων εμιγκρέδων˙ όσο για το Λένιγκραντ, εκεί που αναπαυόταν ο πατέρας του κι ο νεώτερος αδελφός του, μάλλον τους έπεφτε πολύ μακριά. Αντί αυτών προτιμήθηκε μια θέση παραδίπλα απ’ τον Ντιαγκίλεφ, στην άκρη του ορθόδοξου κοιμητηρίου στο νησί του Σαν Μικέλε).

Ο Κραφτ αποφασίζει να παραμείνει κλειστό το φέρετρο για την κηδεία στη Νέα Υόρκη, ενάντια στο «βαρβαρικό ρωσικό έθιμο», που όπως τα ελληνικά νεκρικά ειωθότα, απαιτεί το σταύρωμα των χεριών κι ένα εικόνισμα πάνω απ’ το σώμα. Το απόγευμα, στο τρισάγιο, στο γειτονικό γραφείο κηδειών, ο επίσκοπος Ντμίτρι θυμίασε περισσώς το εκκλησίασμα, μέχρι ασφυξίας καταπώς γράφει ο Κραφτ. Κι όπως ο επίσκοπος μνημονεύει το όνομα «Ίγκορ» τρεις κεραυνοί ανταπαντούν, «σ’ επιβεβαίωση της αναχώρησης μιας φυσικής δύναμης απ’ τον κόσμο». Μα ήδη θαυμαστά πράγματα συνέβαιναν, σύμφωνα πάντα με τον Κραφτ: σαν έβγαιναν απ’ το διαμέρισμα, κι ολότελα εκτός εποχής, χιόνι άρχισε να πέφτει κι ο αέρας να ουρλιάζει μανιασμένα.

Η κηδεία ακολουθεί το μεσημέρι, στις 9 Απριλίου, Μεγάλη Παρασκευή˙ τη μόνη μέρα ολόκληρου του εκκλησιαστικού ενιαυτού που ο Στραβίνσκυ τηρούσε ευλαβικά, με αυστηρή νηστεία κι αποχή από τη μουσική σύνθεση, ακούγοντας μόνο μουσική. Οι τελευταίες μουσικές που  άκουσε πριν μπει στο νοσοκομείο ήταν τα Tenebrae του Κουπρέν και του Τάλλις, Schütz και τα Κατά Ιωάννην Πάθη του Μπαχ. Έχουν έρθει και τα παιδιά του από τον πρώτο γάμο˙ η Βέρα αρνείται να συναντηθεί μαζί τους, η ρήξη ανάμεσά τους έχει πια παγιωθεί.

Στις 13 Απριλίου η Βέρα κι ο Κραφτ ταξιδεύουν στο ίδιο αεροπλάνο με τη σορό του Στραβίνσκυ για τη Ρώμη και τη Βενετία. Μαζί τους και κάποιος επιφορτισμένος να μεταφέρει το διαβατήριο του Στραβίνσκυ, «κατά γκογκολικήν απαίτηση της Ιταλικής κυβέρνησης». Την επομένη (14/4) το πρωί στις 9, ένα σκάφος μεταφέρει το φέρετρο από το κάμπο Σαν Τομά μπροστά στο Σαν Τζανιπόλο, όπως αποκαλούν οι Βενετσιάνοι τον επιβλητικό ναό των Σαν Τζιοβάνι ε Πάολο. Η Βενετία αποδίδει στον Στραβίνσκυ την ύστατη τιμή, να κηδευθεί στον ναό όπου κηδεύτηκαν κι αναπαύονται 25 από τους δόγηδές της (αν και φαίνεται πως καθοριστικό ρόλο για μια τέτοια απόφαση έπαιξε το μέγα πλήθος που θα συνέρρεε κι η αδυναμία να χωρέσει στον μικρό Αη-Γιώργη των Γραικών). Τον νεκρό υποδέχεται στην όχθη, ευλογώντας και θυμιάζοντας ο νεαρότατος μα και σεβάσμια επιβλητικός Έλληνας αρχιμανδρίτης Χερουβείμ Μαλισιάνος. Το φέρετρο τοποθετείται στο Παρεκκλήσιο της Παρθένου του Ροζαρίου, όπου και θα παραμείνει για προσκύνημα μέχρι την επομένη. Νωρίς το βραδάκι ακολουθεί η Αγρύπνια με την ανάγνωση των ψαλμών, παρουσία του Κραφτ και της χήρας, μέσα σε μια παγωμένη εκκλησία που δονείται με περισσό αντίλαλο. Στην επιστροφή η χήρα και τα παιδιά του εκλιπόντος αποφεύγουν να στρέψουν καν τα βλέμματά τους ο ένας στον άλλο.

Την επομένη, Μεγάλη Πέμπτη των Ορθοδόξων, στις 11:30 ξεκινά η νεκρώσιμη ακολουθία. Στο κέντρο του ναού το σφραγισμένο φέρετρο του συνθέτη σκέτο κι απέριττο, χωρίς τις αγκαλιές τα τριαντάφυλλα που γράφει ο Κραφτ (αυτά προστέθηκαν κατά την έξοδο από τον ναό, για την ταφή). Αριστερά, στην πρώτη σειρά των κρατημένων θέσεων για τους famigliari, η Βέρα, ο Κραφτ, τα παιδιά του Στραβίνσκυ κι ανάμεσά τους «ως τοίχος πρεσβευτικός» ο Νίκολας Ναμπόκοφ (μουσικός συνθέτης, πρώτος εξάδελφος του Βλάντιμιρ). Η τελετή ξεκινά με το Requiem Missa Defunctorum του Σκαρλάτι και κατόπιν ο δήμαρχος της Βενετίας Giorgio Longo εκφωνεί τον επικήδειο, μνημονεύοντας τα εγκώμια της πόλης από τον εκλιπόντα Στραβίνσκυ και τον Έζρα Πάουντ, που βρίσκεται ήδη εκεί, με την Όλγα Ρατζ, από νωρίτερα το πρωί, πριν ακόμη το φέρετρο μετακινηθεί από το παρεκκλήσιο στο κεντρικό κλίτος του ναού.[1] Ο δήμαρχος απαγγέλλει τη «Νυχτερινή Λιτανεία» του Πάουντ.

Ακολουθούν τρία μουσικά κομμάτια του Γκαμπριέλλι και τα Requiem Canticles του Στραβίνσκυ, από τη ορχήστρα του La Fenice, που διεύθυνε ο ίδιος ο Κραφτ. Και γύρω στις 12:30 έρχεται η ώρα να βάλει Ευλογητός για την ορθόδοξη νεκρώσιμη ακολουθία ο νεαρός αρχιμανδρίτης Χερουβείμ Μαλισιάνος, ο οποίος αγέρωχος κι επιβλητικός, θυμιάζει ιεροπρεπώς τον νεκρό, αδιαφορώντας για τους παπαράτσι, τα συνεργεία της τηλεόρασης, τα εκτυφλωτικά κι αδιάκριτα φλας και τους προβολείς καθώς και για την αμήχανη παρουσία του καθολικού ποιμνίου.

Αντιγράφω από τις αναμνήσεις του Κραφτ: «Ο Μαλισιάνος, ένας νέος άντρας με μαύρα μάτια, μελαμψή επιδερμίδα, μαύρη κόμη και γενειάδα, και τη γοητεία ενός Βυζαντινού Παντοκράτορα είναι ένας εκθαμβωτικός ερμηνευτής, ακούγοντας και παρακολουθώντας, παρ’ όλο που οι χειρονομίες του είναι απλές: είτε σηκώνει το χέρι του είτε χαμηλώνει το τέταρτο δάχτυλο, με τον Ορθόδοξο τρόπο, αγγίζοντας τους κροτάφους και την καρδιά του[2] (έτσι ακριβώς όπως ο Ίγκορ Στραβίνσκυ, εντελώς αδύναμος να φέρει το χέρι του απ’ τον ένα ώμο στον άλλον, σταυροκοπήθηκε τη νύχτα πριν πεθάνει)˙ ή καθώς κουνά το θυμιατό γύρω απ’ το φέρετρο, με παρατεταμένους θυμιατισμούς προς την κατεύθυνση του κεφαλιού. Επιδεικτικός είναι μονάχα όταν κλείνει τα μάτια, αλλά αυτό έχει σαν αποτέλεσμα τη σιγή ολόκληρου του εκκλησιάσματος και την πρόσκληση σε προσευχή».
Και συνεχίζει: «Τι θεσπέσια μουσική είναι αυτοί οι ύμνοι, υπολείμματα του Βυζαντίου παραφορτωμένα με αλλοιώσεις από τη Συριακή, Εβραϊκή κι Αραβική Ανατολή,  αν και νοθευμένα λόγω έλλειψης μιας στήλης της Ροζέτας που να συσχετίζει τα διάφορα συστήματα σημειογραφίας. Δεν είναι ν’ απορείς που οι υμνογράφοι ήταν τόσο σημαντικοί στο Βυζάντιο! Πόσο όμορφες επίσης είναι οι ελληνικές λέξεις: μακάριος, φιλάνθρωπος, έλεος και όσιος. Η ψαλμωδία είναι μια τέχνη ρυθμικής αγωγής, με το κράτημα, την παρακλητική, το απόδομα˙ και μια τέχνη διακοσμητική, όπως το κύλισμα ή οποιοδήποτε όνομα έχει αυτό το τσάκισμα του συναισθήματος στην φωνή και το αποτέλεσμα που δημιουργείται σαν αργοσβήνει στην τελευταία νότα, έτσι που ο ακροατής να παραμένει αβέβαιος εάν όντως καν εψάλη. Την τέχνη αυτή θα την απολάμβανε και θα την κατανοούσε πληρέστερα ο άνδρας που κείτεται τώρα νεκρός.»
Οι ερμηνευτικές ικανότητες του αρχιμανδρίτη γίνονται ιδιαίτερα εμφανείς και προς το τέλος της ακολουθίας σαν παίρνει από το χέρι την χήρα –ηθοποιό την ίδια και μπαλαρίνα– για να αποδώσει τον ύστατο ασπασμό στο φέρετρο.


Βγαίνοντας από την εκκλησία το φέρετρο κατακαλύπτεται από τριαντάφυλλα κι ακολουθούν στεφάνια άνθινα, τοποθετείται σε μια γόνδολα ενώ πλήθος κόσμου, φωτογράφοι και ρεπόρτερ, συγγενείς και γνωστοί, περίεργοι και τουρίστες συσσωρεύονται για να παρακολουθήσουν το θέαμα.  Ο αρχιμανδρίτης στητός καταμεσής της πρώτης γόνδολας, με το μαυροφορεμένο πλάι του παπαδάκι που ορθώνει τον σταυρό, προηγείται της νεκρώσιμης πομπής που πορεύεται πάνω από τα ύδατα προς το αντικρινό νησάκι-κοιμητήριο του Σαν Μικέλε. Οι φωτογράφοι και τα τηλεοπτικά συνεργεία πανταχού παρόντα.

Ο Αυστραλός ποιητής Peter Porter θα έγραφε:
La Déploration sur la mort d’Igor Stravinsky

From Colleoni’s shadow
in a final purple,
out of the grinners’ black,
an old man in a box
is carried to a gondola
and warped to the Isle
of the Dead: the cypress dark
must come to everyone
or the refining fire.
This is the death of Europe,
this is the eclipse―
an oar rises on the lagoon,
the flies rise from the camera-
man’s breakfast. Pray
for all who have not known
such love and energy
we are all guilty of dying,
we have gone under trees
in the buzz of water,
expatriates of godsend
lamenting the machine
of genius and the Great Chute
of Twentieth-Century Death.
(Preaching to the Converted, Oxford University Press, 1972)

Η πένθιμη πομπή αποβιβάζεται στην όχθη του νησιού και κατευθύνεται προς το «Rep. Greco», που βρίσκεται στριμωγμένο στην ακριανή πλευρά του εξωτερικού τοίχου του νησιού. Στο μικρούτσικο παρεκκλήσι απευθύνονται οι τελευταίες ευχές του τρισαγίου και τα Κύριε ελέησον, ενώ οι φωτογράφοι έχουν στηθεί και περιμένουν έξω πάνω από τον ανοιχτό τάφο, που βρίσκεται πιο δίπλα από αυτόν του Ντιαγκίλεφ.

Καθώς ξεκινά η ταφή «ο Μαλισιάνος, σαν άλλος Άμλετ, κουβεντιάζει με τους δύο νεκροθάφτες, αλλά χαμηλόφωνα, λέγοντάς τους στα βενετσιάνικα να το κάνουν σωστά μιας κι η ταφή είναι μια λίγο ως πολύ μόνιμη κατάσταση. Το πράττει όμως αυτό χωρίς να διακυβεύει την ιερατική του αξιοπρέπεια (η οποία παραμένει απαραβίαστη, ούτως ή άλλως, όπως νιώθω στο τέλος της ακολουθίας, καθώς δεν μας αφήνει να φιλήσουμε το χέρι του, όπως απαιτείται [το συναισθηματικό λεξικό του Κραφτ δεν νογάει τη διακριτική, αρχοντική, ευγένεια μιας τέτοιας μη-χειρονομίας]). Κι ύστερα η τρομερή στιγμή: τα σχοινιά κατεβάζουν το φέρετρο, ο αρχιμανδρίτης βοηθά την Βέρα να ρίξει την πρώτη χούφτα χώμα (εδώ), και το όνομα IGOR STRAVINSKY στην ατσάλινη πλακέτα αστράφτει για μια ελάχιστη, τελευταία φορά στον ήλιο».

Ο θάνατος, η κηδεία κι η ταφή του Στραβίνσκυ, παρά τη διαφορά των ημερών, εντέλει συνέβησαν μέσα σ’ ένα μακρόσυρτο Μεγαλοβδόμαδο˙ διόλου αταίριαστος συμβολισμός. Η γυναίκα του Βέρα τον ακολούθησε 11 χρόνια αργότερα, και τάφηκε πλάι του. Ενάμιση χρόνο μετά από αυτόν πέθανε κι ο Πάουντ και κηδεύτηκε στην Βενετία, χωρίς όμως τη δημοσιότητα και το πλήθος του κόσμου που συνόδευσε τον Στραβίνσκυ (είχε προνοήσει η Όλγα Ρατζ!) κι ετάφηκε καταντικρύ των ορθοδόξων Ρώσων, έχοντας πια στο πλάι του κι αυτός την Όλγα. Όσες φορές κι αν έψαξα προσεκτικά στα βίντεο δεν μπόρεσα να ξεδιακρίνω πουθενά τον γέρο Έζρα, τον miglior fabbro.


[1] Και φυσικά όχι στον ναό του Σαν Τζόρτζιο Ματζιόρε, όπως λανθασμένα γράφουν ότι έγινε η κηδεία, όλοι οι βιογράφοι του Πάουντ (η Conover, η Nadel, και προσφάτως ο Moody, ακολουθώντας όλοι τους εν προκειμένω την Conover).
[2] Μάλλον πρόκειται για μικροσύγχυση ή άγνοια του Κραφτ.

~·~

Όλα τα στοιχεία αντλήθηκαν από:
Craft Robert, Stravinsky: Chronicle of a Friendship, Vanderbilt University Press, 1994.
Walsh Stephen, Stravinsky, The Second Exile: France and America, 1934-1971, Knopf, 2006.
Boyd-Bennett Harriet, “Stravinsky’s timely excavations,” (Opera in PostWar Venice), CUP, 1951.
https://www.ilsaggiatore.com/wp-content/uploads/2021/03/2021_03_19-Venerdi-Restagno.pdf.
https://theamericanscholar.org/a-requiem-of-ones-own/


γυναίκειας άρπας ιστορήσεις, περασμένες

Mahsati and Amir Ahmad see each other for the first time (British Library Or.8755, f. 29v)

Παρασυρμένος από ένα πέρσικο χειρόγραφο του 1462, που πρόσφατα παρουσίασε ψηφιοποιημένες μινιατούρες του η Βρετανική Βιβλιοθήκη (εδώ), άρχισα να διαβάζω για την ερωτική ιστορία που το ανώνυμο αυτό μυθιστόρημα αφηγείται ανάμεσα στην Ιρανή ποιήτρια και μουσικό Μαχαστί και τον Αμίρ Άχμαντ ιμπν Χατίμπ, τον γιο του ιεροκήρυκα καταπώς δηλοί και το πατρώνυμό του. Άλλη μια περσική ερωτική μυθιστορία, με το ενδιαφέρον να εστιάζεται στα ρουμπαγιάτ που αντάλλαζαν μεταξύ τους οι ερωτευμένοι και στην ελευθεριότητα που επεδείκνυε στη ζωή και στις συναναστροφές της η ποιήτρια-μουσικός Μαχαστί, εκεί γύρω στον 11ο με 12ο αιώνα. Εργαζόμενη σε μια ταβέρνα, πίνει κρασί, απαγγέλλει ποίηση (έχοντας εξαιρετική ικανότητα στον αυτοσχεδιασμό και την άμεση δημιουργία ρουμπαγιάτ), ερωτοτροπεί κι ερωτεύεται και παίζει μουσική με την άρπα της.
Παρ’ όλα αυτά, η προσοχή μου σύντομα στράφηκε στη μινιατούρα που ιστορεί την Μαχσατί να κρούει τις χορδές της άρπας της. Κι αυτό γιατί αμέσως ανακάλεσα μιαν άλλη παμπάλαιη ανιστόρηση, σε ψηφιδωτό αυτή τη φορά, ξενιτεμένο και τούτο σε έναν άλλο ευρωπαϊκό τόπο, το Μουσείο του Λούβρου, αποσπασμένο απ’ το σασανιδικό παλάτι της Μπισαπούρ στο Ιράν, την πόλη του Σαπώρ. Του Σαπώρη, του μεγάλου και τρομερού εχθρού των Ρωμαίων και δεύτερου σασανίδη βασιλέως των βασιλευόντων τον τρίτο αιώνα˙ ταπείνωσε ήδη τρεις Ρωμαίους αυτοκράτορες, χρησιμοποιώντας μάλιστα τον τελευταίο, τον Βαλεριανό, σαν υποπόδιο για να καβαλικέψει το φαρί του, σύμφωνα με τα όσα η ίδια η βασιλική του προπαγάνδα μεγαλόπρεπα κι επιδεικτικά κομπάζει στα ανάγλυφα της Μπισαπούρ. (Στην τελευταία δεκαετία της βασιλείας του βέβαια, η κυριαρχία του στην Ανατολή και στη Συρία ειδικότερα αμφισβητήθηκε επιτυχώς πολεμικά από τον Οδέναθο, τον άρχοντα και θεμελιωτή της αναδυόμενης Παλμύρας, αλλά δε θα ξεστρατίσω τώρα προς τα κει).

Το περίφημο λοιπόν ψηφιδωτό του παλατιού του Σαπώρη παρουσιάζει μια καθιστή, σχεδόν ολόγυμνη (να πεις ημίγυμνη θα είναι τυπικός κι άχαρος ακαδημαϊκός φιλολογισμός) με τα μαύρα της χυτά μαλλιά να κρούει μιαν άρπα τεράστια. Σήμερα οι αρχαιολόγοι κι οι ιστορικοί μας λεν πως το σωζόμενο ψηφιδωτό δεν ήταν παρά ένα από τα πολλά που περιέτρεχαν τους τοίχους του παλατιού με παρόμοιες απεικονίσεις γυναικών μουσικών, χορευτριών, αυλικών στεφανωμένων με άνθινα στεφάνια κλπ.
Θυμήθηκα ξανά αυτό το ψηφιδωτό το σασανιδικό, το προ-ισλαμικό, με τη γυμνή αρπίστρια, και περιπλέχτηκε η θύμησή του με τη μινιατούρα της ‘ελευθεριάζουσας’ αρπίστριας-ποιήτριας Μαχαστί, απ’ το χειρόγραφο το ιρανικό, ενός κόσμου ισλαμικού, που θέλει τον γιο ενός ιεροκήρυκα της χούτμπα της Παρασκευιάτικης προσευχής να ερωτεύεται τρελά κι ανυπόφορα την Μαχαστί. Κι η ερώτηση στριφογυρνάει στον νου: πώς στο καλό συνεχίζεται ανάλλαγη τούτη η παράδοση, η γυναίκεια μουσική της άρπας, δώδεκα αιώνες κατόπι, μέσα από τις εικόνες και τις γραφές τις περσικές; Θαυμάζει κανείς και συνάμα απορεί με τους τρόπους που εγκολπώνεται η ιρανική ψυχή το ελαμιτικό, μεσοποταμιακό, αχαιμενιδικό, σασανιδικό, εκάστοτε προ-ισλαμικό, παρελθόν της μες στο μετα-ισλαμικό ιρανικό σύμπαν της, κατορθώνοντας μιαν ανάκραση θαυμαστή, ιδίως όπως εδώ με τις χορδές ενός οργάνου, που ας σημειωθεί εξέλιπε ήδη απ’ τα σαφαβιδικά χρόνια, το αργότερο στις αρχές του 17ου αιώνα; Υπάρχουν όμως κι ενδιάμεσες συνέχειες, συνδετικές αυτού του θέματος, του παρμένου απ’ το σασανιδικό πολιτιστικό κοσμοείδωλο.

Η θύμηση των σασανιδικών ψηφιδωτών και των ανάγλυφων της Μπισαπούρ ανέσυρε μαζί της και τ’ άλλα περίφημα ανάγλυφα του Τακ-ε μποστάν, έξω απ’ το Κερμανσάχ, του 4ου αιώνα. Και για την ακρίβεια το παράδοξο (ίσως για μας) της σύνδεσης ενός αρχαίου ιρανικού μοτίβου, αυτού του κυνηγιού, με τη μουσική, και δη αυτή της κρούσης της άρπας. Κι εξηγούμαι. Στον έναν πλαϊνό τοίχο του μεγάλου ιβάν-αψίδας, παριστάνεται ανάγλυφο το βασιλικό κυνήγι του κάπρου. Κι εκεί ανάμεσα στον μέγα σάχη που κυνηγά τα θηράματά του, τους στρατιώτες του και τους ελέφαντες που συνδράμουν το κυνήγι του, εκεί λοπόν μες στα βαλτοτόπια όπου ο βασιλέας των βασιλέων ορθός, πανύψηλος ίδιος θεός κι αγέρωχος τεντώνει το τόξο του, έχει για συνοδειά του σε δυο βάρκες μέσα χορούς ολόκληρους από γυναίκες αρπίστριες.


Φαίνεται πως ένα κομμάτι αυτής της παράδοσης του βασιλικού κυνηγιού, συνοδευμένου απ’ το γυναίκειο άρπισμα, μάλλον συνδέθηκε και διαμορφώθηκε στους θρύλους γύρω απ’ το κυνήγι του μυθοποιημένου βασιλιά Μπαχράμ Γκουρ (Βαχράμ/Βαράμη Ε΄) και ισχυροποιήθηκε στη μνήμη και τη φαντασία του ιρανικού λαού ώστε σύντομα να αρχίσει να το αποτυπώνει σε σφραγίδες και γύψινες διακοσμήσεις, μέχρι να φτάσει ο Φερντόσι να το απαθανατίσει στο Σαχναμέ του κι από κει κι έπειτα να ιστορηθεί σε κεραμικά και χειρόγραφα του 11ου ίσαμε και 14ου αιώνα.

Bahram Gur and Azada, from a Shahnama of Firdausi, 1500s (www.clevelandart.org)

Σύμφωνα με τον Φερντόσι, ο Μπαχράμ Γκουρ, διαμένοντας στα νιάτα του στη Χίρα, στην αυλή του άραβα Λαχμίδη ηγεμόνα αλ-Μουνδίρ ιμπν αλ-Νου’μάν (τον Αλαμούνδαρο Α΄ των ελληνικών πηγών), αποκτά σκλάβα του τη Ρωμιά κι άφταστη αρπίστρια Αζαντέ. (Αυτή η μνεία των Λαχμιδών Αράβων, υπονοεί και προϋποθέτει τη συμμαχία που έχουν συνάψει οι Σασανίδες κατ’ αντιστοιχίαν προς τη συμμαχία που έχουν συνάψει με τους Γασσανίδες Άραβες οι μόνιμοι αντίπαλοί τους Ρωμαιοβυζαντινοί, ώστε αμφότεροι οι υπόσπονδοι Άραβες να συγκρατούν τις επιδρομές των αραβικών φυλών εκτός των ορίων/limes των αυτοκρατοριών των αντιμαχομένων).

Κάθε που έβγαινε για κυνήγι ο Μπαχράμ έπαιρνε πάνω στην καμήλα του την Αζαντέ που έκρουε τη λύρα της. Σ’ ένα τέτοιο κυνήγι μια φορά, όταν αντίκρισαν δυο γαζέλες, η Αζαντέ προκάλεσε την αξιοσύνη του Μπαχράμ. Μα σαν ο Μπαχράμ κατάφερε να επιτελέσει δεξιοτεχνικά την πρόκληση του κυνηγιού όπως του το είχε ζητήσει η Αζαντέ, εκείνη έβαλε κλάματα σπαραχτικά μπρος στα νεκρά κορμιά των γαζελών και του ’πε πως δεν είναι άνθρωπος παρά δαίμονας για να προκαλεί τόσο κακό. Αμέσως τότε ο Μπαχράμ την γκρέμισε πάνω από τη ράχη της καμήλας μαζί με την άρπα της και το ζώο την ποδοπάτησε, αφήνοντάς τη νεκρή, άπνοη. Αυτός ο θρύλος πέρασε σ’ άλλες κατοπινές διηγήσεις, με την κατάληξη αλλαγμένη προς ένα αισιότερο τέλος. Όπως άλλωστε κι ο ποθοπλάνταχτος μουσικο-ποιητικός, μες στο μεθύσι του κρασιού βουτηγμένος, έρως της αρπίστριας Μαχαστί με τον γιο του ιεροκήρυκα της Παρασκευής Αμίρ Άχμαντ, κατέληξε σ’ ένα ευσεβή γάμο και τη δημιουργία μιας θεοσεβούς οικογένειας.


Η άρπα (τσανγκ στα φαρσί), μαρτυρημένη ήδη απ’ τα χρόνια των Σουμερίων στη Μέση Ανατολή κι απ’ το 4000 π.Χ. στο Ιράν, εξαφανίστηκε στα χρόνια των Σαφαβιδών από το Ιράν κι η λέξη που τη δήλωνε απέμεινε σε μεταγενέστερα γραφτά να σημαίνει μονάχα έναν μουσικό όρο κι όχι το συγκεκριμένο όργανο, την ίδια στιγμή που η παρουσία της στην Ευρώπη εδραιωνόταν. Πρόσφατα Ιρανοί κατασκευαστές μουσικών οργάνων και μουσικοί, αποπειράθηκαν την ανακατασκευή της με βάση τις τόσες απεικονίσεις της.

Της Περσεφόνης Κόρης

Proserpine 1874 Dante Gabriel Rossetti 1828-1882 Presented by W. Graham Robertson 1940 http://www.tate.org.uk/









































Κόρη

Μάλιστα, πέρασε απ’ εδώ κι ευλόγησε τα στάχυα
τις θημωνιές και τα ψηλά δεμάτια,
τα ειρηνικά του αγρότη σπιτικά
κι όλα τα φύλλα, κόκκινα, ξανθά.
Μάλιστα, πέρασε
κρατώντας παπαρούνες στην αγκάλη,
κάτω από τ’ άστρο που το μούχρωμα μαζώνει,
μέσ’ απ’ τη σιγαλιά της καταχνιάς,
κι ευλόγησε τη γης
και χάθηκε δίχως κανείς να τη γνωρίσει.

Με βήματα δισταχτικά, τα μάτια θαμπωμένα,
βαριά τα βλέφαρα απ’ τον ύπνο που ανατέλλει,
τ’ ανώριμά της στήθη
στου στεναγμού τ’ ανέβασμα δοσμένα,
σαν ίσκιος που περνάει μεσ’ απ’ τα πρόβατα,
κι η γης στα ονείρατα παραδομένη.
Μονάχα εγώ την ένιωσα την αύρα
που ανάδιναν τ’ ανάλαφρα μαλλιά της.

Στων άφωνων ονείρων την ειρήνη
πνιγμένη ξαπλωνόταν γύρω η χώρα˙
κανένας ψίθυρος μες στα κλαριά,
κανένα πένθιμο τραγούδι στα ποτάμια˙
μονάχα εγώ ξεχώρισα τη σκιά στο μέτωπό της,
μονάχα εγώ το γνώρισα το Θύμα της Χρονιάς
και δάκρυσα, κι ώσπου να ξαναρθεί δακρύζω.
~·~

Αυτό το ποίημα για την Περσεφόνη, του Αυστραλού Φρέντερικ Μάννινγκ, μετέφρασε το 1985 ο Κ. Α. Τρυπάνης αποδίδοντάς το λανθασμένα στον Έζρα Πάουντ (Νέα Εστία, τ. 1401, 15 Νοεμβρίου 1985). Η αλήθεια είναι πως ο Πάουντ είχε εντυπωσιαστεί από το ποίημα του Μάννινγκ που το βρήκε όμορφο και το επαίνεσε χωρίς καμιά επιφύλαξη, στέλνοντάς το στον φίλο του Φορντ Μάντοξ Φορντ, τον Νοέμβριο του 1909. Η σύγχυση του Έλληνα μεταφραστή πρέπει να δημιουργήθηκε επειδή ο ίδιος ο Πάουντ έγραψε ως απάντηση στο ποίημα αυτό του Μάννινγκ το πρώτο ποίημα που συμπεριέλαβε στην τρίτη συλλογή του Canzoni «CANZON: THE YEARLY SLAIN (WRITTEN IN REPLY TO MANNING’S “KORÈ.”)», το 1913, το οποίο συμπεριέλαβε κι ο Έλιοτ στην Επιλογή των ποιημάτων του φίλου του Πάουντ που έκανε για τον Φέϊμπερ το 1928. Έκτοτε ο Πάουντ το αφαίρεσε πλέον από τα Personae, χωρίς όμως ποτέ να πάψει η Περσεφόνη να κατατρύχει την ποίηση και τη ζωή του, ως το τέλος του. Παρακάτω παραθέτω το πρωτότυπο του Μάννινγκ και στη συνέχεια, το οριστικά πια αποκηρυγμένο από τα παουντικά Personae. Ας σημειωθεί μόνον πως ο τίτλος του ποιήματος του Πάουντ «Ο ετήσια σφαγιασμένος» προέρχεται από τον προτελευταίο στίχο του Μάννινγκ.
~·~

Korè

Yea, she hath passed hereby, and blessed the sheaves,
And the great garths, and stacks, and quiet farms,
And all the tawny, and the crimson leaves.
Yea, she hath passed with poppies in her arms,
Under the star of dusk, through stealing mist,
And blessed the earth, and gone, while no man wist.

With slow, reluctant feet, and weary eyes,
And eye-lids heavy with the coming sleep,
With small breasts lifted up in stress of sighs,
She passed, as shadows pass, among the sheep;
While the earth dreamed, and only I was ware
Of that faint fragrance blown from her soft hair.

The land lay steeped in peace of silent dreams;
There was no sound amid the sacred boughs.
Nor any mournful music in her streams:
Only I saw the shadow on her brows,
Only I knew her for the yearly slain,
And wept, and weep until she come again.

(Frederic Manning)
~·~


CANZON: THE YEARLY SLAIN
(WRITTEN IN REPLY TO MANNING’S “KORÈ.”)

“Et huiusmodi stantiae usus est fere in omnibus cantionibus suis
Arnaldus Danielis et nos eum secuti sumus.”
DANTE, De Vulgari Eloquio, II. 10.

I
Ah! red-leafed time hath driven out the rose
And crimson dew is fallen on the leaf
Ere ever yet the cold white wheat be sown
That hideth all earth’s green and sere and red;
The Moon-flower’s fallen and the branch is bare,
Holding no honey for the starry bees;
The Maiden turns to her dark lord’s demesne.

II
Fairer than Enna’s field when Ceres sows
The stars of hyacinth and puts off grief,
Fairer than petals on May morning blown
Through apple-orchards where the sun hath shed
His brighter petals down to make them fair;
Fairer than these the Poppy-crowned One flees,
And Joy goes weeping in her scarlet train.

III
The faint damp wind that, ere the even, blows
Piling the west with many a tawny sheaf,
Then when the last glad wavering hours are mown
Sigheth and dies because the day is sped;
This wind is like her and the listless air
Wherewith she goeth by beneath the trees,
The trees that mock her with their scarlet stain.

IV
Love that is born of Time and comes and goes!
Love that doth hold all noble hearts in fief!
As red leaves follow where the wind hath flown,
So all men follow Love when Love is dead.
O Fate of Wind! O Wind that cannot spare,
But drivest out the Maid, and pourest lees
Of all thy crimson on the wold again,

V
Korè my heart is, let it stand sans gloze!
Love’s pain is long, and lo, love’s joy is brief!
My heart erst alway sweet is bitter grown;
As crimson ruleth in the good green’s stead,
So grief hath taken all mine old joy’s share
And driven forth my solace and all ease
Where pleasure bows to all-usurping pain.

VI
Crimson the hearth where one last ember glows!
My heart’s new winter hath no such relief,
Nor thought of Spring whose blossom he hath known
Hath turned him back where Spring is banished.
Barren the heart and dead the fires there,
Blow! O ye ashes, where the winds shall please,
But cry, “Love also is the Yearly Slain.”

VII
Be sped, my Canzon, through the bitter air!
To him who speaketh words as fair as these,
Say that I also know the “Yearly Slain.”

(Ezra Pound)

βέλη απρόσμενα

Λεπτομέρεια από το ‘σάλι της Σαβίνας’, Μουσείο Λούβρου, Παρίσι.

Η βροχή συνέχιζε ασταμάτητη απ’ το πρωί κι ενώ είχε πια μεσημεριάσει, εγκλωβισμένος τόσες ώρες μες στο Λούβρο, κάθισα να πάρω μια ανάσα κι είπα να περιφέρω τη ματιά μου στα σκοτεινά δώματα με τα αιγυπτιακο-ρωμαϊκο-κοπτικά. Μοιραία όμως το βλέμμα δεν έπεφτε σε ό,τι το είχε ήδη θαμπώσει αλλά τριγύριζε σε λεπτομέρειες που του είχαν πρωτύτερα ξεφύγει. Κι έτσι επικεντρώθηκε στην υφαντή τη ζωγραφιά απ’ το ολόστικτο, σε κάμπο φοινικόχρωμο, σάλι της Σαβίνας, που της αγκάλιαζε τους ώμους μέσα στο κιβούρι της, σαν το πρωταντικρύσανε οι αρχαιολόγοι στην Αντινόη (την Αντινόου πόλιν) πολλούς αιώνες αργότερα, το 1902-1903.
Είναι η Δάφνη κι ο Απόλλωνας. Περίεργη η ματιά όμως στάθηκε στην παράξενη κι απρόσμενη λεπτομέρεια: στον Απόλλωνα που τραβάει το βέλος απ’ τη φαρέτρα του για να τοξέψει (τη Δάφνη;) λες κι είν’ ο φτερωτός ανηλεής θεός. Κι ενώ η Δάφνη σαρκώνεται ολόκλειστη μες στου ομώνυμου φυτού το κορμί, με το δεξί της χέρι προσφέρει στον τοξευτή (μα και λυράρη θεό) ένα σταυρόσχημο άνθος. (Πώς σειούνται κι ανεμίζουν της δάφνης τα φύλλα κι οι κορδέλλες οι περιζωσμένες στον κίονα ολοτρόγυρα, ριπίζοντας τη γύμνια των κορμιών των ασάλευτων, μες σε τούτης της λαϊκότροπης -μα και συγκρητιστικά υποψιασμένης κι αρθρωμένης- ναϊβιτέ τ’ ολοκύμαντο πλέγμα!). Είμαστε στα τέλη του 5ου-αρχές του 6ου μ.Χ. αιώνα.
Αργότερα, διαβάζοντας του Οβίδιου τις Μεταμορφώσεις, έμαθα πως κι ο έρως και τα βέλη του μπλέχτηκαν σε αυτή την ιστορία από τα καυχησιάρικα λόγια του Απόλλωνα για τα δικά του βέλη.
Παραθέτω λοιπόν την αρχή της οβιδιακής μεταμόρφωσης, στην οποία οδήγησε η αλαζονική περιφρόνηση του θεού της μαντικής στα βέλη του μικρόπαιδου της Αφροδίτης:

Η Δάφνη, θυγατέρα του Πηνειού,
η πρώτη του Απόλλωνα αγάπη –
δεν το ’φερε η τύχη στα τυφλά,
μόνο του Έρωτα θυμός αγριεμένος.
Ήταν οι μέρες κείνες που ο θεός
καμάρωνε σα νικητής του δράκου˙
της Αφροδίτης σύντυχε το γιο,
που τάνυζε χορδή πάνω στο τόξο,
και «τι μπερδεύεσαι με τ’ άρματα εσύ,
παλιόπαιδο», του είπε, «τ’ αντρειωμένα;
Τέτοια μονάχα οι άντρες τα φορούν
και στις δικές μου πρέπουνε τις πλάτες.
Έχω σημάδι αλάθευτο – εχτρούς
λαβώνω και θεριά αγριεμένα˙
νά τώρα δα τον Πύθωνα αυτόν,
που σπειρωτός εμόλευε τον τόπο,
με σαϊτιές αμέτρητες εγώ
τον έστρωσα στη γη τουμπανιασμένο.
Μόνη δουλειά σου εσένα το δαδί –
ν’ ανάβεις τις καρδιές, κι αυτό σου φτάνει!
Μη θες απ’ τα δικά μου μερτικό,
κι εκεί που δε σε σπέρνουν μη φυτρώνεις!»
Είπε της Αφροδίτης το παιδί
«ρίξε σαϊτιές στους πάντες και στα πάντα,
κι εγώ σ’ εσένα, Απόλλωνα.
Θεού κατώτερα τα ζωντανά της πλάσης,
κι η δόξα στο δικό σου μερτικό
κατώτερη απ’ τη δικιά μου δόξα».
Τέτοια τα λόγια του Έρωτα. Μετά
χτυπώντας τα φτερά του ανελήφθη
και με σβελτάδα στήθηκε ψηλά
στου Παρνασσού τη δασωμένη ράχη.
Μες στη φαρέτρα βέλη δυο λογιώ,
γι’ άλλη δουλειά φκιαγμένο το καθένα:
φέρνει τον έρωτα το ένα στις καρδιές,
τον έρωτα τον αποδιώχνει τ’ άλλο.
Αυτό που φέρνει έρωτα χρυσό
κι αστραφτερή στην άκρια του η μύτη,
το δεύτερο δεν είναι σουβλερό
κι η αιχμή του στομωμένη με μολύβι.
Το στομωμένο το ’ριξε ο θεός
στην Πηνειάδα κόρη, και το άλλο
τον Φοίβο βρήκε, κι η λαβωματιά
πήγε βαθιά, ώς μέσα στο μεδούλι.
Εκείνος νιώθει έρωτα, αυτή
για έρωτες μήτε ν’ ακούσει στέργει…»
(Η μετάφραση από τις Μεταμορφώσεις του Οβιδίου, Α΄βιβλίο στίχοι 452-474, είναι του Θ. Δ. Παπαγγελή, Σώματα που αλλάξαν τη θωριά τους, Gutenberg 2009).

Τον ίδιο πάντως 5ο αιώνα, που το κοπτικό σάλι της Σαβίνας θέλει τον Απόλλωνα να τοξεύει τη Δάφνη, αφήνοντας τη λύρα του ανέγγιχτη, θρονιασμένη δοξαστικά πάνω σε κίονα κορινθιακό, πάνω σ’ ένα άλλο κοπτικό ελεφαντόδοτο ο ίδιος ο τοξευτής λυράρης θεός (ολόγυμνος και τώρα) κτυπάει τη λύρα του, τη Δάφνη για να ξεμυαλίσει (που ολόγυμνη, και πάλι αυτή, στης δάφνης το σώμα είναι χωσμένη). Αυτό βρίσκεται τώρα βορειότερα, στην αντίπερα στεριά της πάλαι ποτέ μεσογειακής αυτοκρατορίας, στη Ραβέννα.

Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Ραβέννας, 5ος μ.Χ. αι.

Κι ολάκερη εδώ η εσάρπα της μακαρίας Σαβίνας, ολοπλούμιστη μύθους ελληνικούς και μοτίβα νειλωτικά

Julianna Lees

Ο ποιητής Δ. Ι. Αντωνίου, ο «Πηλέας» κι η μοίρα του

κι᾽ ὅ,τι δοκιμάζεις σὲ δοκιμάζει
κ᾽  ὕστερα περνᾶ, τὸ ξεχνᾶς˙ γιὰ πάντα λές,
ἔτσι νομίζεις;
Ὣς τὸν τελευταῖο χαμό˙
τότε ξανάρχονται μαζὶ ὅλα τὰ περασμένα…
Δ. Ι. Αντωνίου, Μνημόσυνο στον «Πηλέα», (Ινδίες)

Αν κι η πρώτη παρόρμηση στη μνήμη του ποιητή Δημητρίου Ι. Αντωνίου είναι να μιλήσεις για τις χιονισμένες μυγδαλιές που λευκοροδανθίζουν στους κάμπους της ποίησής του, μια σημείωσή του με σπρώχνει να θυμηθώ με τρόμο τη βαρβαρική επίθεση των Γερμανών ναζήδων στον Πηλέα (μαζί και στο ναυάγιο) το 1945, στο φορτηγό πλοίο που ανήκε στην οικογένειά του, και που πάνω του υπηρέτησε από το 1928 ως το 1936. Στη σημείωσή του για το ποίημα του παραθέματος, γράφει: «το καράβι που υπηρέτησα σαν δόκιμος και αξιωματικός για πολλά χρόνια. Χάθηκε από τορπιλλισμό γερμανικού υποβρυχίου στις 13 Μαρτίου 1944 το σούρουπο ανοιχτά 600 μίλια από τις αχτές της Δυτ. Αφρικής. Οι τέσσαρες ψυχές που γλύτωσαν έμειναν πάνω σε σχεδία ώς τις 20 Απριλίου, οι άλλοι χάθηκαν από πολυβολισμό και χειροβομβίδες του γερμανικού αυτού υποβρυχίου. Βλέπε σχετικά στο περιοδικό Ναυτικά Χρονικά αριθμός 247/6, 15 Σεπτ. 1945».
Τις σελίδες 10-12 αυτού του περιοδικού παραθέτω παρακάτω, όπου η ζωή -μέσα απ᾽ την αφήγηση του επιζώντος υποπλοιάρχου- φτιάχνει μια από τις αληθινές της ιστορίες, τέτοια που η τέχνη (μόνον η μεγάλη, η τρανή) μπορεί αχνά κάπως ν᾽ απομιμηθεί.

εφευρέτης μηχανών, λέξεων και ποιητής

Το καλοκαίρι του 1895 παρουσιάστηκε στην Αθήνα, προερχόμενος από την Ινδία, ο Οδυσσεύς Μελαχρινός (Πολίτης έμπορος), ισχυριζόμενος ότι κατέχει τρεις ιδιότητες: εφευρέτης μηχανών, εφευρέτης λέξεων και ποιητής. Το σατιρικό Σκριπ άρπαξε την ευκαιρία και άρχισε χοντρή καζούρα στον αφελή μεν κι αγαθό, αλλά και φαντασμένο εκείνον άνθρωπο. Λίγο πριν μεταβάλλει οριστικά τον σατιρικό χαρακτήρα του, αφιέρωσε δύο φύλλα του στη διακωμώδηση του Οδυσσέα Μελαχρινού, παρουσιάζοντας στο αθηναϊκό κοινό με τρόπο περιπαιχτικό τις παραπάνω ιδιότητές του. Παράλληλα παρουσίασε και ένα-δυο ‘ποιήματά’ του, κυρίως όμως έστρεψε τα πυρά της ανελέητης σάτιράς του προς τους ευτράπελους νεολεκτισμούς τού εξ Ινδίας άρτι αφιχθέντος εμπόρου και φιλόδοξου εφευρέτη λέξεων και ποιητή.
Στο φύλλο της 25ης Ιουνίου 1895, το έντυπο έβαλε μάλιστα και τη φωτογραφία του Μελαχρινού, την οποία συνόδευε με τα κάτωθι:

Σκριπ 25/6/1895 (από http://efimeris.nlg.gr)

«Προσωπικότητες, οποία η του κ. Μελαχρινού, εισί τόσον σπάνιαι εν τω φιλολογικώ και κοινονικώ ημών ορίζοντι, ώστε το “Σκριπ” υψίστην του θεωρεί ευτυχίαν, όταν κατορθώνη να παρουσιάζη εις τους αναγνώστας του έστω και μίαν τοιαύτην κατά δεκαετίαν. Αλλ’ είνε αδύνατον, διότι αστέρες τοιούτου μεγέθου φαίνονται σπανιώτερον, ως θα ομολογήσωσι πάντες οι μέλλοντες να ευτρυφήσωσιν εις τας ολίγας ταύτας γραμμάς.
Ο κ. Μελαχρινός παρουσιάζεται ενώπιον ημών υπό τρεις ιδιότητες: ως εφευρέτης μηχανών, ως εφευρέτης λέξεων και ως ποιητής. Υπό την πρώτην ιδιότητα εκίνησε πολύ το ενδιαφέρον του μηχανικού κόσμου της Ευρώπης, ουχί δε άπαξ εγένετο λόγος περί των μηχανημάτων του δι’ ων προλαμβάνονται τα δυστυχήματα εν περιπτώσει σιδηροδρομικών συγκρούσεων, δι’ ων διευθύνονται τ’ αερόστατα κατά της φοράς του ανέμου και δι’ ων κατασκευάζονται… τέλεια σιγαρέτα. Αλλά περί τούτων δεν πρόκειται, διότι υποθέτομεν, ότι οι ημέτεροι αναγνώσται εύχονται να μη ευρεθώσιν εις συγκρούσεις σιδηροδρομικάς, έστω και υπό τας προφυλάξεις του κ. Μελαχρινού, και δεν επιθυμούσι να ταξιδεύωσιν εις ύψη δυσθεώρητα εν αεροστάτω βαίνοντι προς εναντίαν του ανέμου διεύθυνσιν, άνευ πηδαλίου. Λοιπόν αντί του ύψους τούτου, ερχόμεθα εις το ύψος της ποιήσεως του κ. Μελαχρινού και αντί των σιδηροδρομικών ανατροπών, εις τας ανατροπάς τας οποίας κάμνει ούτος εφευρίσκων νέας λέξεις, προς μεγάλην λύπην του κ. Ψυχάρη».

Ακολουθεί εν συνεχεία ένα σύντομο βιογραφικό του ανδρός, στο οποίο δηλώνονται όχι μόνον οι εμπορικές του δραστηριότητες στην Ινδία αλλά και η εκκεντρική του ενδυμασία, απομίμηση αποικιακού στυλ (κυκλοφορούσε με κατάλευκα ενδύματα και κάσκα), γεγονός που μάλλον καταδεικνύει έναν αφελή κι άκριτο μιμητισμό απ’ τη μεριά του μα και ενδεχομένως κάποιον φθόνο από τους συμπατριώτες του, (εκφάνσεις αμφότερες μιας καταφανώς επαρχιωτικής μειονεξίας). Παρ’ ότι -δυστυχώς- δεν παρέχονται διευκρινιστικές λεπτομέρειες, από τα όσα συντομογραφικά αναφέρονται για τη δραστηριότητα του Μελαχρινού στη Ινδία, γίνεται φανερό ότι ο φιλόδοξος ποιητής και εφευρέτης νέων λέξεων ήταν ένας από τους ευάριθμους θαρραλέους, ριψοκίνδυνους και (ως επί το πλείστον) ικανούς εμπόρους που αποδύθηκαν στην περιπέτεια πλουτισμού σε μέρη άγνωστα κι απρόβλεπτα. Ας θυμηθούμε άλλωστε πως συμπατριώτες του Θρακιώτες (Αδριανουπολίτες και Φιλιππουπολίτες) έμποροι ήταν οι πρώτοι Έλληνες άποικοι που, με την προστασία και τη στήριξη των Βρετανών, κατάφεραν να εξαπλώσουν τις οικονομικές κι εμπορικές τους δραστηριότητες στην Καλκούτα (και τη Βομβάη) στις απαρχές του 17ου αιώνα, ανοίγοντας τον δρόμο της εμπορικής επιτυχίας στους μεταγενέστερους Ράλληδες και Ντόντηδες, μα και να θεμελιώσουν την ελληνική παρουσία και κοινότητα στον κόλπο της Βεγγάλης (με την κλασσικότροπη εκκλησιά της και το κοιμητήριό της, στην Καλκούτα). Μέλος αυτής της κοινότητας εξάλλου ήταν κι ο πολύς Δημήτριος Γαλανός (του οποίου το έργο εξακολουθητικά και πεισματικά παραμένει άγνωστο και κατ’ ουσίαν αδημοσίευτο στη γενέτειρά του, κι ας την εμπιστεύτηκε ολόψυχα, κληροδοτώντας τα χειρόγραφά του στην Εθνική Βιβλιοθήκη)˙ αυτό όμως το συναρπαστικό κεφάλαιο απαιτεί άλλη, εκτενέστερη κι ενδελεχή -μα και σίγουρα κάθε άλλο παρά σατιρική- διαπραγμάτευση.

«Αλλά πριν παρουσιάσωμεν τον κ. Μελαχρινόν υπό τας δύο του ταύτας ιδιότητας, ανάγκη να είπωμεν ολίγας λέξεις βιογραφικάς του. Την γέννησιν του ποιητού τούτου δεν διαφιλονεικούσιν -ως την του Ομήρου- επτά πόλεις, καίτοι βραδύτερον, όταν η δόξα θα τον φέρη επί των πτερύγων της, είνε ενδεχόμενον να την διαφιλονεικήσωσι ου μόνον επτά, αλλά δεκαεπτά. Ο κ. Μελαχρινός εγεννήθη εν Κωνσταντινουπόλει, εξεπεδεύθη λαμπρώς και επεδόθη εις το εμπόριον. Τελευταίον διαμένων εν Ινδίαις, εις την χώραν ταύτην της θερμότητος και του ελεφαντόδοντος, ησθάνθη την ποίησιν εγκυμονούσα εν τη κεφαλή του, κατήλθε δε εις Αθήνας, όπως εκτελέση τον φιλολογικόν τοκετόν του. Μετρίου αναστήματος, μάλλον λευκόθριξ, φέρων κατάλευκον ένδυμα και κ ά σ κ α ν περιέρχεται τας οδούς και χαιρετάται παρά πλείστων, οίτινες τον εγνώρισαν και εξετίμησαν της Μούσης του τα εύθυμα προϊόντα. Αλλά δεν είνε τούτο μόνον. Ο εξιδανικευμένος σύλλογος των “Ερασιτεχνών” εν Πειραιεί τω προπαρασκευάζει εκτάκτους τιμάς επί τη αναγνώσει των ποιημάτων του και δύο δράματα του πρόκειται να παρασταθώσι πανηγυρικώς, τουλάχιστον όσον άλλοτε παρεστάθη εν Φαλήρω η “Μάρτυς Αικατερίνη”».

Και περνούν ακάθεκτοι οι συντάκτες στη γνωριμία του κοινού με την ποίηση του Μελαχρινού εξ Ινδιών:
«Ο κ. Μελαχρινός ως ποιητής νεωτερίζει τόσον, ώστε οι στίχοι του καταντούν αγνώριστοι. Δεν είνε ο ποιητής μας εκ των πνευμάτων εκείνων, τα οποία υποτάσσονται εις ρυθμόν και μέτρα. Διατί να υπάρχωσι μόνον δεκαπεντασύλλαβοι; Διότι ευρέθησαν ολίγοι μωροί, οίτινες δεν τολμούν να υπερβώσι τα τεθέντα όρια; Ο κ. Μελαχρινός διέρρηξε τα δεσμά και έταμε νέαν οδόν γράψας ποιήματα και εις δεκαοκτωσυλλλάβους και εις εικοσισυλλάβους. Αλλά δεν είνε τούτο το θαυμαστόν εις τον άνδρα. Μετ’ εκπλήξεως θα μάθη πας τις, ότι ο κ. Μελαχρινός εν διαστήματι 7 μηνών έγραψε 19 χιλιάδας λυρικών στίχων και δύο έμμετρα δράματα! Και τι στίχων; Μεγαλειτέρων, ως είπομεν, των συνήθων κατά 4 ή 6 συλλαβάς!
Περί της ποιήσεως του κ. Μελαχρινού πολλά ηδυνάμεθα ακόμη να είπωμεν, αλλ’ ελλείψει χώρου παραθέτομεν μόνον στροφάς τινας εκ του ποιήματός του “Ο θ ά ν α τ ο ς τ ο υ Τ σ ά ρ ο υ”:
Η ασθένεια του Τσάρου αυτοκράτορος Αλεξάνδρου τρίτου
έφερεν εις την ελληνικήν παροικίαν λύπας πολυθρηνήτου,
όχι μόνον εις τους εν Ρωσσία πολίτας των Μοσχοβιτών,
παρά εις όλην την Ευρώπην και εις τον ξένον λαόν.
………….
Και αυτοί οι κόρακες με το κρακ-κρακ εμοιρολογούσαν,
αι δε χεληδόνες παραζαλισμέναι φυσικώς δεν επετούσαν,
τα δε λοιπά πτηνά ήσαν σαστημένα και τήδε κακείσε διευθύνονται
αι δε αηδόνες και τα κανάρια έπαυσαν να κελαδούσιν και να ηδύνωνται…

………….
Εκ της μικράς ταύτης εικόνος δύναται να κατανοηθή το ύψος του ποιητού.
Εφάμιλλον προς το ποίημα τούτο είνε έτερον υπό τον τίτλον “Αι φαντασίαι μου”. Εις αυτό ο κ. Μελαχρινός έχει πολλάς φιλοσοφικάς αληθείας, αι οποίαι μόνον κατά 1 ή 1 1/2 τοι % εισί ξέναι, ως μας διεβεβαίωσεν ο ίδιος ο ποιητής».
Από εδώ και πλέον η σάτιρα απογειώνεται εκθέτοντας τους νεολογισμούς του Νεοέλληνα Οδυσσέως.

«Εκείνο όμως το έργον, το οποίον θα απαθανατίση τον κ. Μελαχρινόν, είνε η εφεύρεσις νέων λέξεων. Εις την εφεύρεσιν ταύτην έχει καταπληκτικήν ευχέρειαν, ευηρεστήθη δε να μας δώση τινάς εξ αυτών:
Η βελάδα=Εμπροσχιστή.
Ο σπανός=Γενοθήλυξ ή θηλυκοπρόσωπος.
Το βελοσιπέτ=Διπούτροχον (εάν έχη δύο τροχούς) τριπούτροχον (εάν έχη τρεις).
Το παρκ=Δενδροδιασκεδαστήριον, κηποδιασκεδαστήριον.
Ο εφευρέτης λέξεων= Νεοπροαγωγός ή λεξιπροαγωγός.
Το πιάνο=Χορδόκτυπον και ρήμα: χορδοκτυπώ.
Το ρεστοράν=Κοινοτροφείον.
Χιλιάδας τοιούτων λέξεων έχει ο κ. Μελαχρινός, όστις υπεσχέθη ημίν την συνεργασίαν, εφ ω και δημοσία εκφράζομεν την βαθυτάτην ευγνωμοσύνην μας».

Και η ειρωνεία δεν έχει τέλος, προφανώς με την αυθόρμητη σύμπραξη και άλλων Αθηναίων πολιτών:
«Άνδρα τοιούτον τινές των ημετέρων συμπολιτών εσκέφθησαν να χρησιμοποιήσωσι χάριν της πρωτευούσης και απεφάσισαν να τον προτείνωσιν ως υποψήφιον δήμαρχον. Δεν γνωρίζομεν εάν θα δεχθή. Ευχής έργον θα ήτο, διότι εν τοιαύτη περιπτώσει θα έθετε εις εφαρμογήν προς το καλόν της πρωτευούσης όλας τας εφευρέσεις του και ιδίως εκείνην δι’ ης κατασκευάζονται ωραία σιγαρέτα».

Στο φύλλο όμως της 9ης Ιουλίου, αφού βάλουν ένα ποίημα του Οδ. Μελαχρινού στις εσωτερικές σελίδες, συνεχίζουν απτόητοι την κατεδαφιστική γελοιοποίηση τού εν λόγω εφευρέτου νέων λέξεων, παρουσιάζοντας κάποιες επιπλέον νεόπλαστες λέξεις του, αλλά και προβαίνοντας σε ξεκαρδιστικό… γλωσσικό έλεγχο των προτάσεών του, χτυπώντας και πάλι τον σταθερό και προσφιλή τους στόχο, τον Ψυχάρη και τους προταθέντες ‘μαλλιαρικούς’ νεολογισμούς του.

Σκριπ, 9/7/1895 (από http://efimeris.nlg.gr)
Σκριπ, 9/7/1895 (από http://efimeris.nlg.gr)

«Κακώς αποδίδει το όνομα ε μ π ρ ο σ θ ο σ χ ι σ τ ή εις την βελάδαν. Η γλωσσολογία (Psichari, Essai V. μ. 17) αξιοί πλήρη τα σημαινόμενα υπό των μη εκ συνθήκης λέξεων, η δε β ε λ ά δ α είνε ανοικτή μεν έμπροσθεν, αλλά τουναντίον ο π ι σ θ ο σ χ ι σ τ ή. Άρα η εφεύρεσίς του αντιτίθεται εις την επιστήμην της γλωσσολογίας, ης τας νέας εργασίας αγνοεί φαίνεται ο εφευρέτης. Ως πολύ καταλληλοτέραν αντιπροτείνομεν την λέξιν ο π ι σ θ ι ο κ ρ ύ π τ η.
~·~
Η λέξις σ π α ν ό ς αποδιδομένη δια του γ ε ν ο θ ή λ υ ξ είνε τελεία˙ όσον αφορά όμως το θ η λ υ κ ο π ρ ό σ ω π ο ς ενδοιαστέον, πολλών υπαρχουσών μυστακοφορουσών. Των γονάτων δε φύσει ατρίχων όντων η λέξις π ρ ο σ ω π ο γ ό ν α τ ο ς ή π ω γ ω ν ο γ ό ν α τ ο ς φαίνεται ημίν καλλιτέρα. Εννοείται πόσον καλλιτεχνικώτερον διαρρρυθμίζεται η γλώσσα τού μεν γνωστού Λ η σ τ ά ρ χ ο υ Σ πα ν ο ύ μεταβαπτιζομένου εις Λ ή σ τ α ρ χ ο ν Γ ε ν ο θ ή λ υ κ α της δε Ι σ π α ν ί α ς εις Π ω γ ο ν ο γο ν α τ ί α ν.
~·~
Το β ε λ ο σ ι π έ τ ως δ ι π ο ύ τ ρ ο χ ο ν έξοχον. Μόνον εάν ανακαλυφθώσι διπούτροχα με οκτώ τροχούς δεν πρέπει να καλώνται ο κ τ α π ο ύ τ ρ ο χ α, δια να μη συμπίπτωσι με τα οκταπόδια.
~·~
Παρατηρήσεις τινες εις το Π ά ρ κ. Η λέξις του κ. Μελαχρινού Δ ε ν δ ρ ο δ ι α σ κ ε δ α σ τ ή ρ ι ο ν προφέρεται Δ ε ν τ ρ ο δ ι α σ κ ε δ α σ τ ή ρ ι ο ν κατά τους επικρατούντας γλωσσολογικούς κανόνας. Αλλά η λέξις περιέχει το αρνητικόν Δ έ ν προ του τ ρ ό όπερ προφερόμενον αντηχεί Δ έ ν – τ ρ ό, σημαίνον ότι εις τα διασκεδαστήρια ταύτα δεν τρώ…γουν. Αλλ’ εάν υπάρχουν, όπως υπάρχουν πανταχού, ζυθοπωλεία παρέχοντα τροφάς; ―Όχι λοιπόν Δ ε ν-τ ρ ο δ ι α σ κ ε δ α σ τ ή ρ ι ο ν το Π ά ρ κ, αλλά Τ ρ ω-δ ι α σ κ ε δ α σ τ ή ρ ι ο ν. Όσοι δε κάθηνται από μακράν και βλέπουν τους τρώγοντας, όπως εν Φαλήρω, ας το καλούν Δ ε ν τ ρ ο δ ι α σ κ ε δ α σ τ ή ρ ι ο ν.
~·~
Καλλίστη η λέξις Χ ο ρ δ ό κ τ υ π ο ν αντί του φραγκικού π ι ά ν ο υ. Προσθέτομεν, ότι η μεν πιανίστρια πρέπει να καλήται Χ ο ρ δ ο ύ ο δε πιανιστής χ ο ρ δ ά ς ή χ ο ρ δ α λ ά ς».

Δεν γνωρίζουμε τι απέγιναν οι χιλιάδες στίχοι του φιλόδοξου νέου Οδυσσέως μα ούτε και αν υπήρξαν επιπλέον νεολογισμοί για την ακριβέστερη έκφραση των πραγμάτων. Το Σκριπ πάντως από της 3ης Σεπτεμβρίου 1895 αλλάζει τον σατιρικό του χαρακτήρα, εκδιδόμενο πλέον ως καθημερινή πολιτική εφημερίδα. Άγνωστη παραμένει και η τύχη του θύματος των πειραγμάτων του, στο τελευταίο πάντως φύλλο του, στις 20/8, το έντυπο αποχαιρετούσε μα κι ενημέρωνε ταυτόχρονα τους αναγνώστες του για τη νέα πορεία του:

Σκριπ, 20/8/1895 (από http://efimeris.nlg.gr)

~·~

Η αφορμή για αυτή την αναδίφηση δόθηκε από ένα παλιότερο βιβλίο: Αγγελομάτης Χρ., Ελληνικά ρωμαντικά χρονικά (Άνθρωποι, ιδέες, ζωή), Αθήνα [1956].

Ἡ χάρη τοῦ Μωάμεθ
(Ἰωάννης Πολέμης)

Στοὺς ἱεροὺς πολέμους ὅποιος τυχὸν πεθαίνει
ἀπὸ γκιαοὺρ τουφέκι κι ἀπὸ γκιαοὺρ σπαθί,
εὐθὺς στὸν ἀνθισμένο παράδεισο πηγαίνει
χωρὶς ἀπ᾽ τὸ Μωάμεθ καθόλου νὰ κριθεῖ.

Καὶ μὲς στὴν ἴδιαν ὥρα ποὺ φθάσει στ᾽ ἅγιο σπίτι
τὸν ἐρωτᾶ ὁ Μωάμεθ, τί χάρη ἐπιθυμεῖ…
Κι ὅσο μεγάλη χάρη ζητήσει ἀπ᾽ τὸν Προφήτη,
θὰ τοῦ τὴν δώσει ἀμέσως, γιὰ θεία πληρωμή….

Σκοτώθηκε στὴ μάχην ἀγένιο παλληκάρι
στὸ χέρι του κρατώντας τὸ φονικὸ σπαθί.
Τὸ εἶδεν ὁ Μωάμεθ καὶ τὸν ρωτᾶ: τί χάρη;
τί χάρη τώρα θέλεις σ᾽ ἐσένα νὰ δοθεῖ;

―Καμμιά, ἀπαντάει ἐκεῖνος.―Καμμιά; ὁ Προφήτης λέει.
δὲ θέλεις τίποτ᾽ ἄλλο; εἶσ᾽ εὐτυχὴς πολύ;
Κι ὁ σκοτωμένος τρέμει, ἀναστενάζει, κλαίει,
καὶ σκύβει τὸ κεφάλι καὶ τέτοια τοῦ μιλεῖ:

―Ἡ φλογερὴ ψυχή μου, χάρη καμμιὰ δεν θέλει
ἐδῶ στοῦ παραδείσου τὸν ἔρημο χαμό!
Χανούμισσες δροσάτες, οὐρί, λουλούδια, ἀγγέλοι,
δὲν μὲ ξιππάζουν τόσο καὶ δὲν τὰ πιθυμῶ.

«Κάτω στὴ γῆ ὅταν ἤμουν μιὰν ὄμορφη ἀγαποῦσα
γλυκειὰ σὰν ἐρωμένη, καλὴ σὰν ἀδελφή.
Αὐτὴ ἤτανε τὸ φῶς μου, μόνο γι᾽ αὐτὴν ἐζοῦσα,
μόνο σ᾽ αὐτὴν πετοῦσαν οἱ πόθοι μου οἱ κρυφοί.

Κι ἐκείνη μ᾽ ἀγαποῦσε καὶ μ᾽ ἀγαπάει ἀκόμα,
πιστή στὸ χωρισμό μας, ποὺ χήρα τὴ θαρρεῖς˙
στὸν τάφο μου πηγαίνει, καὶ σέρνεται στὸ χῶμα
καὶ δέρνεται, καὶ τρέμει, καὶ κλαίει ὁλημερίς.

Τώρ᾽ ἂν μ᾽ ἀξίζει χάρη, μιὰ χάρη σοῦ γυρεύω,
μόνο μιὰ χάρη κάμε σ᾽ ἐμὲ τὸν ταπεινό:
γιὰ μιὰ στιγμὴ μονάχα στὸν κόσμο νὰ κατέβω
νὰ τὴν ἰδῶ, καὶ πάλι νἀρθῶ στὸν οὐρανό!…

Ναί! μόνο αὐτὴ τὴ χάρη γυρεύω ἐγὼ ἀπὸ σένα,
Προφήτη μου μεγάλε, Μωάμεθ νικητή!…»
Κι ἐκεῖνος τὸν κοιτάζει μὲ φρύδια σουφρωμένα
καὶ τ᾽ ἀπαντᾶ: ―«Ὁ νοῦς σου παράλογα ζητεῖ!

Ἂν θέλεις νὰ κατέβεις στὸν κόσμο, συλλογίσου,
προτοῦ γυρίσεις πάλι κοντά μου, ἀπαιτῶ
στὴν κόλαση νὰ μείνεις γιὰ νὰ πλυθεῖ ἡ ψυχή σου,
μὲς στὴ φωτιὰ τοῦ Ἅδη γιὰ χρόνους ἑκατό».

Τὸν πιάνει ἀπὸ τὸ χέρι, στὰ μάτια τὸν κοιτάζει.
―Τὸ δέχεσαι; τοῦ λέγει˙ ―Το δέχομαι!… ἀπαντᾶ.
Κι ἀμέσως ὁ Προφήτης στὴ γῆ τὸν κατεβάζει
καὶ τὸν πηγαίνει πάλι στὴ φίλη του κοντά!…

* * *

Ποιός ἄναψε τὰ φῶτα καὶ λάμπει τὸ καφάσι;
ποιός τραγουδεί στὸ σπίτι ἐκείνης ποὺ ἀγαπᾶ;
Ἀγκομαχᾶ καὶ τρέμει καὶ λαχταρᾶ νὰ φθάσει
καὶ σπαρταρᾶ ἡ καρδιά του καὶ σὰν σφυρὶ κτυπᾶ.

Σπρώχνει μὲ μιᾶς ν᾽ ἀνοίξει τὴν κλειδωμένη θύρα,
καὶ μακρυὰ πετιέται, σπασμένο τὸ κλειδί…
Ἀλλοίμονο! τοῦ μαύρου, τί τοὔγραφεν ἡ μοίρα,
τί τοὔμελε ν᾽ ακούσει, τί τοὔμελε νὰ δεῖ!

Ἐκείνη ποὺ ἀγαποῦσε μὲ πόθο, τόσα χρόνια,
ἡ ἄπιστη εἶχε γείρει σ᾽ ἄλλου θερμὴ ἀγκαλιά˙
ὁρκίζονταν ἀγάπη παντοτεινὴ κι αἰώνια,
κι ἐλησμονοῦσ᾽ ἐκεῖνον στοῦ ἄλλου τὰ φιλιά.

Βουβὸς μαρμαρωμένος γιὰ μιὰ στιγμὴ ἀπομένει…
Ξανακοιτάζει πάλι μὲ θολερὴ ματιά,
κλείνει μὲ βιὰ τὴ θύρα, καὶ τρἐχει και πηγαίνει
νὰ πλύνει τὴν ψυχή του στοῦ Ἅδη τὴ φωτιά.

―Σύρε, τοὖπ᾽ ὁ Προφήτης, στὴ γῆ τοῦ Παραδείσου,
ἄλλη ποινὴ ἀπὸ σένα δὲ θέλω, δὲ ζητῶ˙
αὐτὸ ποὖδες στὸν κόσμο ξεπλένει τὴν ψυχή σου,
στὴν κόλαση δὲν ἔχω χειρότερο ἀπ᾽ αὐτό.

~·~
Πρωτοδημοσιεύτηκε στο Ημερολόγιον Σκόκου, τ. 9 (1894), σ. 77-80, με ορισμένες διαφορετικές γραφές και μία επιπλέον στροφή. Εντάχθηκε στη συλλογή Αλάβαστρα (Αθήνα 1900). Ακολουθώ την εκδοχή των Απάντων του ποιητή (επιμ. Βαλέτα, Δωρικός, Αθήνα 1970, τ. 1, σ.274-276).

μοιραίοι θαλασσόβρεχτοι έρωτες νυχτερινοί: τα καθ’ Ηρώ και Λέανδρον

Άτυχα, κακορίζικα παιδιά, η Ηρώ κι ο Λέανδρος.
Ψευδώς εθάρρησαν πως έστερξε η Αφροδίτη κι ο Έρωτας τον κρύφιο γάμον τους τον ἀχλυόεντα. Κι όμως τους το είχε δηλώσει η μοίρα τους από την πρώτη-πρώτη συνάντησή τους. Μα κεντρωμένοι από του έρωτα το ένα και μοναδικό βέλος, που ένωσε τους δυο νιους απ’ τις αντικριστές ακτές του Ελλησπόντου, δεν μπόρεσαν να διακρίνουν σωστά τα σημάδια.
Σηστὸς ἔην καὶ Ἄβυδος ἐναντίον ἐγγύθι πόντου.
γείτονές εἰσι πόληες. Ἔρως δ᾽ ἑὰ τόξα τιταίνων
ἀμφοτέραις πολίεσσιν ἕνα ξύνωσεν ὀιστόν
ἠίθεον φλέξας καὶ παρθένον. οὔνομα δ᾽ αὐτῶν
ἱμερόεις τε Λέανδρος ἔην καὶ παρθένος Ἡρώ.

Αντικρινές γειτόνισσες Σηστός και Άβυδος ήταν
κατάγιαλα. Το τόξο του τάνυσ᾽ επάνω ο Έρως
και μες στες χώρες και τες δυο μιαν τόξεψε σαγίτα
και μια κορασιάν έκαψε και νιο ένα παλληκάρι.
Λέανδρο τον ομορφονιό κι Ηρώ την κόρη ελέγαν.
(Όλη η λαμπρή μετάφραση που παραθέτω είναι του Σίμου Μενάρδου)*

Γνωρίστηκαν όντως σε μια γιορτή της πάνδημης Αφροδίτης,
Δὴ γὰρ Κυπριδίη πανδήμιος ἦλθεν ἑορτή,
τὴν ἀνὰ Σηστὸν ἄγουσιν Ἀδώνιδι καὶ Κυθερείῃ
,
αλίμονο όμως δε λογάριασαν πως ήταν η γιορτή του Άδωνη και της Αφροδίτης. Διόλου δε σκέφτηκαν του Άδωνη τη μοίρα. Όσο κι αν γιορταζόταν ετησίως η άνοδος κι η ανάστασή του από τον κάτω κόσμο, διόλου δεν έπρεπε να λησμονιέται ο θάνατός του· διόλου δεν θα ’πρεπε να ξεχαστούν οι γόοι οι μάταιοι της Αφροδίτης:
αἰαῖ τὰν Κυθέρειαν· ἀπώλετο καλὸς Ἄδωνις…
αἰάζω τὸν Ἄδωνιν· ἐπαιάζουσιν Ἔρωτες.

Αλί της τής Κυθέρειας, ο Άδωνης εχάθη…
Τον Άδωνη θρηνολογώ κι οι Έρωτες θρηνούνε.
(Βίωνος, Επιτάφιος Αδώνιδος, μετ. Παντελής Μπουκάλας)
Αλίμονο, η μέρα εκείνη της πάνδημης γιορτής, που ερωτικά εσμίξαν οι ματιές τους, εστάθη κι η μέρα του χαμού τους.

Συ μόνο, άμοιρε Λέανδρε, την ζηλεμένη ως είδες,
δεν ήθελες κρυφάγκαθο να σου κεντά την φρένα·
και μια που πήρες έξαφνα φωτιά στα φυλλοκάρδια,
χωρίς την παιγνιδόματη δεν ήθελες να ζήσεις.
Με τες ματιές εθέριεψε κι η φλόγα της αγάπης,
κι από μια λαύρ᾽ ανίκητην επάφλαζε η καρδιά του·
τι οι ομορφιές οι ξακουστές κοπέλας παινεμένης
βαθύτερ᾽ από τ᾽ άρματα πληγώνουν τους ανθρώπους·
το μάτι δρόμος γίνεται κι από τ᾽ ανάβλεμμά της
η σπίθα φεύγει και γλιστρά μες στην καρδιά του ανθρώπου.
Θάμπος εκεί τον έπιασε, ντροπή, αντροπιά, λαχτάρα,
έτρεμε μέσα του η καρδιά και να πιαστεί ντροπή είχε
κι εθάμπωνέ τον η ομορφιά, μα συνεπήρ᾽ ο Έρως
την συστολή κι ολόθαρρος μεμιάς αποδιαντράπη.
Αχνάρι αχνάρι περπατεί, κατάματά της στέκει,
λοξά θωρεί και δολερά τες κόρες του τες παίζει
με τ᾽ άφωνα γνεψίματα να την εξελογιάσει.
Η νια πάλι σαν ένιωσε τον πονηρό του πόθο,
πρώτα το πήρε απάνω της κι ύστερ᾽ αγάλια αγάλια
κι αυτή του συχνοκάμμυσε το μάτι παιχνιδάτα
με τα κρυφά γνεψίματα να του το μολογήσει
και πάλι του ακρογέλασε· κι αυτός αναγαλλιάζει
πως ένιωσε τον πόθο του και δεν της κακοφάνη.

Κι έτσι η παρθένα Ηρώ από τη Σηστό, ιέρεια της Αφροδίτης, τον Λέανδρο ερωτεύτηκε από το αντικρινό της Άβυδος  το περιγιάλι. Δεν τα κατάφερε κι αυτή να ξεφύγει από τα πυρίπνοα του Έρωτα βέλη, όσο κι αν μέχρι τότε τον εξευμένιζε με προσφορές, τρέμοντας την ολόφλογη φαρέτρα του:
πολλάκι καὶ τὸν Ἔρωτα παρηγορέεσκε θυηλαῖς
μητρὶ σὺν οὐρανίῃ φλογερὴν τρομέουσα φαρέτρην.
ἀλλ᾽ οὐδ᾽ ὧς ἀλέεινε πυριπνείοντας ὀιστούς.

Θύμα κι αυτή στο τέλος του γλυκόπικρου κεντριού τού Έρωτα ενδίδει στον κεντρωμένο απ᾽ το ίδιο βέλος Λέανδρο:

ἤδη δὲ γλυκύπικρον ἐδέξατο κέντρον Ἐρώτων.
θέρμετο δὲ κραδίην γλυκερῷ πυρὶ παρθένος Ἡρώ,
κάλλεϊ δ᾽ ἱμερόεντος ἀνεπτοίητο Λεάνδρου…
Λείανδρος δὲ πόθου βεβολημένος ὀξέι κέντρῳ
φράζετο, πῶς κεν ἔρωτος ἀεθλεύσειεν ἀγῶνα.
ἄνδρα γὰρ αἰολόμητις Ἔρως βελέεσσι δαμάζει
καὶ πάλιν ἀνέρος ἕλκος ἀκέσσεται.

Τώρα και το γλυκόπικρο κεντρί του Πόθου εδέχθη
κι άναψ᾽ η κόρη από γλυκιά φωτιά μες στην καρδιά της,
και του Λεάνδρου οι ομορφιές την εψυχομαράναν…
Ο Λέανδρος βαρύκαρδος, του πόθου κεντρωμένος,
συλλογισμένος έστεκε πώς να την καταφέρει.
Μόν᾽ Έρωτας ο πίβουλος τον άνθρωπο πληγώνει
και πάλι ο ίδιος την πληγή του ανθρώπου τη γιατρεύει·
αυτός νικά κάθε θνητό.

[Παρ᾽ ότι σαπφική η γέννα του γλυκόπικρου έρωτα, η μετάβαση της εγγενούς αντίφασης της γλυκόπικρης παραδοξότητάς του, από τον ίδιο τον Έρωτα στα βέλη του (τὸ γλυκύπικρον Ἔρωτος ἔχων βέλος) και στο κεντρί του (κέντρον ἔχων γλυκύπικρον), φαίνεται να συντελέστηκε από τον Μελέαγρο και τον Νόννο αντιστοίχως.]

Hero awaiting the return of Leander
Evelyn de Morgan, Hero Holding the Beacon for Leander, 1885.

Κι ακούγοντας την ορμήνεια του συμβουλάτορα Έρωτα, του πανδαμάτορα άνακτά του, ξεστομίζει ο Λέανδρος την ερωτική του υπόσχεση (που οδήγησε και στον χαμό του): του έρωτα σκαρί (ερωτοκάραβο) να κάμει το κορμί του, διασχίζοντας του Ελλήσποντου τα ορμητικά νερά, νυχτερινός κολυμπητής γάμων θαλασσοδιαβατάρικων** (νύχιον πλωτῆρα θαλασσοπόρων ὑμεναίων), αρκεί μόνο του φως να έχει ένα λυχνάρι από εκείνην αναμμένο, τον δρόμο να του φέγγει:

Κόρη, για την αγάπη σου περνώ και τ᾽ άγριο κύμα,
κι αν κοχλακίζει από φωτιά κι αν αταξίδευτό ᾽ναι·
φθάνει κοντά σου να ᾽ρχομαι, να σε σφιχταγκαλιάζω,
κι ούτε φουρτούνα ούτε βοήν της θάλασσας τρομάζω.
Κάθε βραδύ θα φέρνομαι το ταίρι σου βρεμένο,
θα κολυμπάω το γάργαρο το ρέμα του Ελλησπόντου,
γιατί μακριά δεν κάθομαι, στην Άβυδο αντικρύ σου.
Μόν᾽ ένα λύχνο δείχνε μου από το ψηλό κάστρο
μες στο σκοτάδι αντίπερα, για να θωρώ και να ᾽μαι
ερωτοκάραβον εγώ και το λυχνάρι σου άστρο.
Και τούτο τ᾽ άστρο άμα τηρώ, τ᾽ άλλ᾽ άστρα τί τα θέλω;

Παρθένε, σὸν δι᾽ ἔρωτα καὶ ἄγριον οἶδμα περήσω,
εἰ πυρὶ παφλάζοιτο καὶ ἄπλοον ἔσσεται ὕδωρ.
οὐ τρομέω βαρὺ χεῖμα τεὴν μετανεύμενος εὐνήν,
οὐ βρόμον ἠχήεντα περιπτώσσοιμι θαλάσσης.
ἀλλ᾽ αἰεὶ κατὰ νύκτα φορεύμενος ὑγρὸς ἀκοίτης
νήξομαι Ἑλλήσποντον ἀγάρροον. οὐχ ἕκαθεν γὰρ
ἀντία σεῖο πόληος ἔχω πτολίεθρον Ἀβύδου.
μοῦνον ἐμοὶ ἕνα λύχνον ἀπ᾽ ἠλιβάτου σέο πύργου
ἐκ περάτης ἀνάφαινε κατὰ κνέφας, ὄφρα νοήσας
ἔσσομαι ὁλκὰς Ἔρωτος ἔχων σέθεν ἀστέρα λύχνον.

Κι έτσι ορκιστήκανε να σμίξουνε κρυφά κάτω από της νύχτας το ολόμαυρο μαγνάδι (Τώρα ξαπλώθη της νυκτός το σύμπυκνο σκοτάδι) κι όρισαν τις αγρύπνιες των ακοίμητων γάμων τους, με μάρτυρα μοναδικό του λυχναριού το φως:
Ὣς οἱ μὲν κρυφίοισι γάμοις συνέθεντο μιγῆναι
καὶ νυχίην φιλότητα καὶ ἀγγελίην ὑμεναίων
λύχνου μαρτυρίῃσιν ἐπιστώσαντο φυλάσσειν,
ἡ μὲν φῶς τανύειν, ὁ δὲ κύματα μακρὰ περῆσαι.
παννυχίδας δ᾽ ὁρίσαντες ἀκοιμήτων ὑμεναίων
ἀλλήλων ἀέκοντες ἐνοσφίσθησαν ἀνάγκῃ.

Έτσι σεβάστηκαν οι δυο να κρυφοπαντρευτούσι
και στην κρυφή των την χαρά και στο κρυφό του γάμου
τον λύχνο εβάλαν μαρτυριά, σα βάζει ο κόσμος άστρο·
αυτή να του προβάλλει φως κι αυτός να κολυμπήσει.
Και σαν αποσυφώνησαν τους ακοιμήτους γάμους
αθέλητα ξεχώρισαν από τον ένα ο άλλος.

Και κάπως έτσι άρχισε το νύχτιο, κολυμβητικό, γαμήλιο ταξίδι ο ερωτοχτυπημένος Λέανδρος. Σχίζοντας τα μανιασμένα κύματα, ολόκορμο καράβι πρυμίζει για την απέναντι ακτή, ούθε του φέγγει ο λύχνος:

Ότ᾽ είδε το λιγόφεγγο σκοτείνιασμα της νύκτας,
τον λύχνον άναψε η Ηρώ και στ᾽ άναμμα του λύχνου
έφλεξ᾽ ο Έρως την καρδιά του ακράτητου Λεάνδρου.
Έκαιγε ο λύχνος και μαζί κι ο Λέανδρος σωκαίτον.
Στο παραγιάλι άμ᾽ άκουσε την λύσσα των κυμάτων
έτρεμε πρώτα, ερίγησε, μα ᾽πειτα θάρρος πήρε
κι έλεγε της καρδούλας του και την παραμυθούσε.
«Είναι κι η αγάπη φοβερή κι η θάλασσα τρομάρα·
μόν᾽ είν᾽ η θάλασσα νερό κι είναι φωτιά η αγάπη!
Πάρε, καρδιά μου, την φωτιά και το νερό μην τρέμεις·
έλα να πάμε στην Ηρώ· τί κύματα ξανοίγεις;
Δεν ξέρεις πως η θεά Αφρώ θαλασσογέννητη είναι
και κυβερνάει τα κύματα και τους δικούς μας πόνους;»
Είπε κι εγδύθη τα λινά από τ᾽ ακριβά του μέλη·
κι αφού με τα δυο χέρια του τα σφίγγει στο κεφάλι,
πήδησε και στην θάλασσα πέταξε το κορμί του·
κι εκεί που ο λύχνος έλαμπεν, ολόισ᾽ αυτός τραβούσεν
αυτός κουπί, αυτός πανί, αυτός ταχύ καράβι!

ὡς δ᾽ ἴδε κυανέης λιποφεγγέα νυκτὸς ὀμίχλην
Ἡρώ, λύχνον ἔφαινεν. ἀναπτομένοιο δὲ λύχνου
θυμὸν Ἔρως ἔφλεξεν ἐπειγομένοιο Λεάνδρου.
λύχνῳ καιομένῳ συνεκαίετο. πὰρ δὲ θαλάσσῃ
μαινομένων ῥοθίων πολυηχέα βόμβον ἀκούων
ἔτρεμε μὲν τὸ πρῶτον, ἔπειτα δὲ θάρσος ἀείρας
τοίοις οἱ προσέλεκτο παρηγορέων φρένα μύθοις·
«Δεινὸς Ἔρως καὶ πόντος ἀμείλιχος· ἀλλὰ θαλάσσης
ἔστιν ὕδωρ, τὸ δ᾽ Ἔρωτος ἐμὲ φλέγει ἐνδόμυχον πῦρ.
ἅζεο πῦρ, κραδίη, μὴ δείδιθι νήχυτον ὕδωρ.
δεῦρό μοι εἰς φιλότητα. τί δὴ ῥοθίων ἀλεγίζεις;
ἀγνώσσεις, ὅτι Κύπρις ἀπόσπορός ἐστι θαλάσσης;
καὶ κρατέει πόντοιο καὶ ἡμετέρων ὀδυνάων.»
Ὣς εἰπὼν μελέων ἐρατῶν ἀπεδύσατο πέπλα
ἀμφοτέραις παλάμῃσιν, ἑῷ δ᾽ ἔσφιγξε καρήνῳ,
ἠιόνος δ᾽ ἐξῶρτο, δέμας δ᾽ ἔρριψε θαλάσσῃ.
λαμπομένου δ᾽ ἔσπευδεν ἀεὶ κατεναντία λύχνου
αὐτὸς ἐὼν ἐρέτης, αὐτόστολος, αὐτόματος νηῦς.

tumblr_olvz27ktqa1rxgoj1o2_1280

Charles Ricketts, από το Hero and Leander του Christopher Marlowe, 1894.

Κι ο γάμος συντελέστηκε μες στης νυχτιάς το σκότος, χωρίς τραγούδια και χορούς, και πριν χαράξει η αυγή ο γαμπρός έπλεχε για τ᾽ αντίπερα :
Η Νύκτα ήτον παράνυφη και δεν είδ᾽ η Αυγούλα
γαμπρό ποτέ τον Λέανδρο στην γνώριμή του κλίνη·
γιατί κατά την Άβυδον εξανακολυμπούσε,
σαν μύριζε ο αχόρταγος νυκταγκαλιές ακόμα!

Και πέρασε λίγος καιρός έτσι να χαίρουνται τον κρύφιο θαλλασσόβρεχτο έρωτά τους, μα σύντομα πλάκωσε ο χειμώνας:

ἀλλ᾽ ὅτε παχνήεντος ἐπήλυθε χείματος ὥρη
φρικαλέας δονέουσα πολυστροφάλιγγας ἀέλλας,
βένθεα δ᾽ ἀστήρικτα καὶ ὑγρὰ θέμεθλα θαλάσσης
χειμέριοι πνείοντες ἀεὶ στυφέλιζον ἀῆται
λαίλαπι μαστίζοντες ὅλην ἅλα· τυπτομένην δὲ
ἤδη νῆα μέλαιναν ἐφείλκυσε διψάδι χέρσῳ
χειμερίην καὶ ἄπιστον ἀλυσκάζων ἅλα ναύτης.
ἀλλ᾽ οὐ χειμερίης σε φόβος κατέρυκε θαλάσσης,
καρτερόθυμε Λέανδρε. διακτορίη δέ σε πύργου
ἠθάδα σημαίνουσα φαεσφορίην ὑμεναίων
μαινομένης ὤτρυνεν ἀφειδήσαντα θαλάσσης
νηλειὴς καὶ ἄπιστος.

Σαν ήρθε η βαρυχειμωνιά, σαν ήρθε η μαύρη η ώρα,
που φέρνει τ᾽ αγριόκαιρα και τες ανεμοζάλες,
που τα βαθιά και τ᾽ αχαμνά της θάλασσας θεμέλια
κτυπούν τα και φυσομανούν χειμωνικοί ανέμοι,
κι όλο τον πόντο δέρνουν τον και τον εξαναδέρνουν
που το μαυροκαράβι του στην αμμουδιά ξωσέρνει,
από μες στ᾽ άπιστα νερά για να γλιτώσει ο ναύτης,
και τότε δεν σε κράτησε της θάλασσας ο φόβος,
απότολμ᾽ εσέ, Λέανδρε! Παραγγελιά του πύργου,
που σου θυμίζει λαμπερή τον τακτικό σου γάμο,
το μανιωμένο πέλαγος μην το ψηφάς, προστάζει.

Η νύχτα αυτή που μανιασμένοι φύσαγαν οι ανέμοι, φουσκώνοντας το πέλαγος, έμελε μαζί με το λυχνάρι να σβήσει και την αγρύπνια των θαλλασοτάξιδων ερώτων τους, σβήνοντας απ᾽ τα μάτια τους και της ζωής το φως. Κι ούτε η ανδρειά του Λέανδρου μα κι ούτε τα θερμοπαρακάλια του στην Αφροδίτη και στον Ποσειδώνα ή στον Βοριά τον άγριο τον σώσανε. Και δεν αρκούσε ο Έρωτας -ποτέ του δεν αρκεί, το ξέρουμε δα-  τη Μοίρα ν᾽ αντικόψει.

Νὺξ ἦν, εὖτε μάλιστα βαρυπνείοντες ἀῆται
χειμερίαις πνοιῇσιν ἀκοντίζοντες ἰωὰς
ἀθρόον ἐμπίπτουσιν ἐπὶ ῥηγμῖνι θαλάσσης.
καὶ τότε δὴ Λείανδρος ἐθήμονος ἐλπίδι νύμφης
δυσκελάδων πεφόρητο θαλασσαίων ἐπὶ νώτων.
ἤδη κύματι κῦμα κυλίνδετο, σύγχυτο δ᾽ ὕδωρ,
αἰθέρι μίσγετο πόντος, ἀνέγρετο πάντοθεν ἠχὴ
μαρναμένων ἀνέμων. Ζεφύρῳ δ᾽ ἀντέπνεεν εὖρος
καὶ νότος εἰς βορέην μεγάλας ἐφέηκεν ἀπειλάς·
καὶ κτύπος ἦν ἀλίαστος ἐρισμαράγοιο θαλάσσης.
αἰνοπαθὴς δὲ Λέανδρος ἀκηλήτοις ἐνὶ δίναις
πολλάκι μὲν λιτάνευε θαλασσαίην Ἀφροδίτην,
πολλάκι δ᾽ αὐτὸν ἄνακτα Ποσειδάωνα θαλάσσης,
Ἀτθίδος οὐ βορέην ἀμνήμονα κάλλιπε νύμφης.
ἀλλά οἱ οὔ τις ἄρηγεν, Ἔρως δ᾽ οὐκ ἤρκεσε Μοίρας.
πάντοθι δ᾽ ἀγρομένοιο δυσάντεϊ κύματος ὁλκῷ
τυπτόμενος πεφόρητο. ποδῶν δὲ οἱ ὤκλασεν ὁρμὴ
καὶ σθένος ἦν ἀνόνητον ἀκοιμήτων παλαμάων.
πολλὴ δ᾽ αὐτόματος χύσις ὕδατος ἔρρεε λαιμῷ
καὶ ποτὸν ἀχρήιστον ἀμαιμακέτου πίεν ἅλμης.
καὶ δὴ λύχνον ἄπιστον ἀπέσβεσε πικρὸς ἀήτης
καὶ ψυχὴν καὶ ἔρωτα πολυτλήτοιο Λεάνδρου

Νύκτα ήτον, που οι αέρηδες χειρότερα μανίζουν
και πιο φυσούν και πιο κτυπούν και πιότερο δριμύζουν
κι απάνω στ᾽ ακροθάλασσα μαζί σύγκρατοι πέφτουν.
Τότε κι ο Λέανδρος να βρει την ακριβή του νύφη,
με τον γιαλό τον άπονο φρικτά χαροπαλεύει.
Τότε πηδούσε το νερό, κύμα στο κύμα εκύλα
κι ο ουρανός κι η θάλασσα τότε γινήκαν ένα·
κι από παντού σηκώθη αχός που μάχονται οι ανέμοι,
ο Εύρος με τον Ζέφυρο, με τον Βορράν ο Νότος·
και δώσ᾽ του κτύπος άπαυτος της βροντοκυματούσας.
Ο Λέανδρος βαρύπαθος ανάμεσα στο ρέμα
πολλές φορές παρακαλεί την θαλασσαφροδίτη,
πολλές φορές τον βασιλιά, που ορίζει τα πελάγη·
δεν ξέχασε και τον Βορρά, τον νιο τον διωγματάρη.
Μα δεν εβόηθησε κανείς και δεν έφθασε ο Έρως
να τόνε σώσει· από παντού το φουσκωμένο κύμα
τον έδερνε, τον έπαιρνε, του σύντριβε τα πόδια·
και των χεριών του η δύναμη ασάλευτη πιον ήτον.
Έξαφνα εχύθη και νερό καμπόσο στον λαιμό του,
κι ήπιε ποτόν ανώφελο, ποτόν άρμη γεμάτο,
κι άνεμος έσβησε πικρός τον άπιστο τον λύχνο
και την ψυχή και αγάπη του του θλιβερού Λεάνδρου.

Και απελπισμένη η Ηρώ σαν την αυγή βλέπει το σώμα το ερωτικό του αγαπημένου, άπνοο να το δέρνουν τα κύματα απά στα βράχια, δεν άντεξε κι όρμησε πηδώντας απ᾽ τον πύργο ν᾽ αγκαλιάσει παντοτινά το άψυχο θαλασσόδαρτο κορμί-σκαρί του Λεάνδρου.

παρὰ κρηπῖδα δὲ πύργου
δρυπτόμενον σπιλάδεσσιν ὅτ᾽ ἔδρακε νεκρὸν ἀκοίτην,
δαιδαλέον ῥήξασα περὶ στήθεσσι χιτῶνα
ῥοιζηδὸν προκάρηνος ἀπ᾽ ἠλιβάτου πέσε πύργου.
κὰδ δ᾽ Ἡρὼ τέθνηκε σὺν ὀλλυμένῳ παρακοίτῃ.
ἀλλήλων δ᾽ ἀπόναντο καὶ ἐν πυμάτῳ περ ὀλέθρῳ.

Μόν᾽ άμα ομπρός στον μώλο
του πύργου τον είδε νεκρό στα βράχη να κτυπιέται,
εξέσκισε το κεντητό χιτώνι της στα στήθη
κι ερίχθη κατακεφαλής από τον όρθιο πύργο
κι απάνω απέθαν᾽ η Ηρώ στον άψυχό της άνδρα,
κι απόμειναν αγκαλιαστά και τα δυο λείψανά τους.

Αυτά ο Αλεξανδρινός Μουσαίος τον 5ο μετά Χριστόν αιώνα. Έκτοτε οι ολιγόνυχτοι και μυστικοί θαλασσόδαρτοι γάμοι του Λέανδρου και της Ηρώς διαβήκανε τον μύθο και πέρασαν στης τέχνης το πέλαγος. Γίνανε ζωγραφιές, γλυπτά, ποιήματα, μουσικές και μνείες διάσπαρτες στην ποίηση, κυρίως την αγγλική. Μα και τον Βύρωνα τον άτρομο κολυμπητή έσπρωξε ο μύθος τού Λεάνδρου να διαπεράσει τον παγωμένο Ελλήσποντο τον Μάϊο του 1810.

*Εδώ μπορεί κανείς να βρει το πρωτότυπο κείμενο με αντικριστή τη μετάφραση του Σ. Μενάρδου.
**δανείζομαι τη λέξη από τη μετάφραση του Κάκτου.

Francesco Xanto Avelli da Rovigo, Plate from the Pucci Service: ‘Hero and Leander’, Italy, Urbino, 1532. Tin-glazed earthenware (maiolica). William Randolph Hearst Collection (wikicommons)